«Πλήθος παίρνουν μορφές τα θεϊκά, και πολλά κι απρομάντευτα φέρνουν σε τέρμα οι θεοί» (Ἄλκηστις, στ. 1160).
Η Άλκηστις είναι μια light τραγωδία και αποτελεί το αρχαιότερο σωζόμενο έργο του Ευριπίδη. Παραστάθηκε το 438 π.Χ. μαζί με τα έργα Κρήσσες, Αλκμέων ο διά Ψοφίδος και Τήλεφος και, ως έργο, είναι επηρεασμένη από το ομότιτλο έργο του τραγικού ποιητή Φρυνίχου. Στο συγκεκριμένο έργο ο Απόλλωνας είναι βοσκός στις υπηρεσίες του Άδμητου, επειδή τον τιμώρησε ο Δίας, καθώς ο ίδιος ο Απόλλωνας θανάτωσε τους Κύκλωπες ως πράξη εκδίκησης για τον θάνατο του γιου του, Ασκληπιού, τον οποίο ο Δίας είχε σκοτώσει με κεραυνό. Επειδή ο Άδμητος είναι δίκαιος άνθρωπος, ο Απόλλωνας του κάνει ένα δώρο ενόψει του επικείμενου θανάτου του: του προσφέρει σωτηρία, αρκεί να πάρει κάποιος άλλος τη θέση του. Τελικά, για να γλιτώσει ο Άδμητος, προσφέρεται να πεθάνει στη θέση του η γυναίκα του, η Άλκηστη. Κατά τη διάρκεια της νεκρολογίας της καταφτάνει ο φίλος του Άδμητου, ο Ηρακλής, ο οποίος μαθαίνει εκ των υστέρων τι έχει συμβεί, κατεβαίνει στον Κάτω Κόσμο και επαναφέρει στη ζωή την Άλκηστη. Έτσι, το έργο κλείνει με χαρούμενο τέλος.
Το Εθνικό Θέατρο παρουσίασε το έργο Άλκηστις του Ευριπίδη στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου, σε σκηνοθεσία Δημήτρη Καραντζά. Ο ίδιος ο σκηνοθέτης, στο σκηνοθετικό του σημείωμα, αποκαλεί το συγκεκριμένο έργο τραγωδία· ωστόσο, η σκηνική ανάγνωση του Δημήτρη Καραντζά δεν φανερώνει κάτι τέτοιο. Η Ἄλκηστις, ως έργο, προβάλλει υπόρρητα τη Φρόνηση, την αρετή και θέτει σε δοκιμασία την «εὔνοια» (καλή θέληση – ψυχική καλοσύνη) κάθε χαρακτήρα. Τα παραπάνω στοιχεία δεν φάνηκαν ξεκάθαρα στη σκηνοθετική απόδοση του έργου.Επιπλέον, ο σκηνοθέτης «χάθηκε» στα ερμηνευτικά προβλήματα του έργου, καθώς αυτό έχει χαρακτηριστεί από μελετητές (ενδεικτικά P. E. Easterling και Δ. Ιακώβ) ως τραγικωμωδία ή σατυρικό δράμα, ακόμη και ως παραμυθόδραμα. Οι μελετητές τοποθετούν το έργο στο τέλος μιας τετραλογίας, όπως τα σατυρικά δράματα. Ωστόσο, απουσιάζουν αρκετά στοιχεία ώστε να το ονομάσουμε σατυρικό δράμα. Χάριν παραδείγματος, η απουσία χορού σατύρων ή η κλειστή μορφή της δομής δεν επιτρέπουν έναν τέτοιο χαρακτηρισμό, ενώ ο θάνατος και η αναβίωση της Άλκηστης αποτελούν επαρκή λόγο ώστε να χαρακτηριστεί το κείμενο τραγικό, έστω και ως μια πιο light τραγωδία. Άλλωστε, ο Αριστοτέλης στην Ποιητική του αναφέρει πως οι τραγωδίες πραγματεύονται καταστάσεις υψηλών προσώπων.
Έτσι, ο σκηνοθέτης δεν επέλεξε να εστιάσει στην τραγική διάσταση του έργου, αλλά στην κωμικοτραγική, με έμφαση στις κωμικές καταστάσεις. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η εμφάνιση του Ηρακλή ως αριστοφανικής καρικατούρας, με ακορντεόν στην πλάτη και σκευή που ταίριαζε περισσότερο σε επιθεώρηση, καθώς και ο ρητορικός -που μόνο ρητορικός δεν ήταν στην παράσταση-διάλογος ανάμεσα στον Φέρη και τον Άδμητο, κατά τον οποίο το κοινό ξέσπασε σε γέλια.Στο ευριπίδειο έργο τόσο ο Φέρης όσο και ο Άδμητος βγαίνουν αποδυναμωμένοι από τον συγκεκριμένο διάλογο, συγκροτώντας κάτι σαν το δίπολο του εγωιστή πατέρα και του ασεβούς γιου. Στη σκηνοθετική απόδοση του Δ. Καραντζά δεν είδαμε κάτι τέτοιο και ο εστιασμός σε ατάκες όπως «να έχεις να παντρεύεσαι γυναίκες, να τις πεθαίνεις» προήγαγε μόνο την κωμικότητα. Επιπλέον, ο σκηνοθέτης, ήδη από τον διάλογο Απόλλωνα – Θανάτου στην αρχή του έργου, αφαίρεσε την ευριπίδεια διάσταση που προσιδίαζε στον διάλογο ανάμεσα στον Απόλλωνα και στις Ερινύες της Ορέστειας και παρουσίασε κάτι σαν μια φιλική διαπραγμάτευση ανάμεσα στους δύο. Στο συγκεκριμένο σημείο, στο ευριπίδειο έργο, μέσα από την αντιπαράθεση του Απόλλωνα με τον Θάνατο διαφαίνεται αυτό που ο Αριστοτέλης ονόμαζε «ἐπιεικές», δηλαδή το όχι αυστηρά συνεπές προς το γραπτό δίκαιο, αλλά σύμφωνο με τον κοινό άγραφο νόμο. Αντίθετα, ο Δημήτρης Καραντζάς επέλεξε να εμφανίσει έναν θνητό Απόλλωνα, στον οποίο δεν γίνεται το χατίρι και ο οποίος «γκρινιάζει» σαν μικρό παιδί. Επίσης, η αυτοθυσία της Άλκηστης, ως τραγικού προσώπου, δεν συνδέθηκε με την ανωτερότητα της πράξης και δεν αποδόθηκε το συγκρουσιακό δίπολο ανάμεσα στο προσωπικό συμφέρον και στο κοινωνικό καθήκον (όπως έχουμε δει, για παράδειγμα, στην αυτοθυσία της Αντιγόνης). Αντίθετα, χάθηκε μέσα στη δυναμική των πολλών επιχειρημάτων, στην προσπάθεια του σκηνοθέτη να αποδώσει το σατυρικό στοιχείο του έργου, με αποτέλεσμα ο χαρακτήρας να εμφανίζεται ως μια μέλλουσα σύζυγος που απλώς ενδιαφέρεται για τα παιδιά της και το συνολικό σκηνοθετικό αποτέλεσμα να είναι μέτριο.

Όσον αφορά τη σημειολογία της παράστασης, ξεχώριζε το εντυπωσιακό σκηνικό (έχουμε δει ανάλογα σκηνικά από τον Ρομέο Καστελούτσι), εν είδει πλώρης, από τον Κωνσταντίνο Σκουρλέτη, με την κεκλιμένη επιφάνεια που σηματοδοτούσε έναν διπολικό, ασταθή κόσμο, με την κατάργηση της ισορροπίας, ώστε να υποδηλώνεται πως ο Άδμητος είχε διαταράξει τη φυσική τάξη, ζητώντας από άλλον να πεθάνει στη θέση του.Παράλληλα, το γαλάζιο του ξαπλωμένου, από την αρχή, Απόλλωνα λειτουργεί σε ένα αντιθετικό πλαίσιο με το μαύρο του Θανάτου, στο κάτω μέρος της σκηνής. Έτσι, ελλείψει σκηνικών αντικειμένων (όπως ανάκτορα ή φυσικό περιβάλλον), η παράσταση απομακρύνεται από τον ρεαλισμό και επιτονίζεται η μεταιχμιακή διάσταση του έργου, ως αγώνας ανάμεσα στην απώλεια και την επιστροφή στη ζωή. Σημαντικό σημείο αποτελεί το όργανο με τη χορδή που παίζει ο Απόλλωνας, φανερώνοντας υπόρρητα ότι κινεί τις χορδές, ώστε να επανέλθει η Άλκηστη στη ζωή.
Όσον αφορά την υποκριτική της παράστασης, ξεχώρισε η Ηρώ Μπέζου ως Άλκηστη, προάγοντας τη βιωμένη εμπειρία μιας μελλοθάνατης με την απαραίτητη ένταση που απαιτούσε ο ρόλος. Ο Γιάννης Νιάρρος, ως Άδμητος, απέδωσε άριστα τις εναλλασσόμενες ταυτότητες ενός Άδμητου που πενθεί και ενός Άδμητου που επιθυμεί τη ζωή. Ο Κωνσταντίνος Αβαρικιώτης, ως Φέρης, εγκλωβισμένος στο σκηνοθετικό πλαίσιο, παρουσίασε έναν χαρακτήρα κωμικοτραγικό, με έμφαση στην κωμικότητα και με αυξομείωση της έντασης των λόγων όπου χρειαζόταν.Ο Γιώργος Ζυγούρης, ως Ηρακλής, εμφανίστηκε ως κωμική φιγούρα επιθεωρησιακού είδους, με έντονες, κωμικές, άναρχες κινήσεις, και απέδωσε εξαιρετικά τον γκροτέσκο Ηρακλή.Η Θεοδώρα Τζήμου, ως Θάνατος, απέδωσε με εξαιρετικό τρόπο τον στατικό χαρακτήρα του Θανάτου, όπως τον επέλεξε ο σκηνοθέτης, δίνοντας το απαραίτητο κύρος που ταίριαζε στον χαρακτήρα.Τέλος, ο χορός, παρά τη δυσκολία της κίνησης, καθώς βρισκόταν πάνω στο κεκλιμένο επίπεδο, λειτούργησε υποδειγματικά, με τις απαραίτητες εντάσεις τόσο στην κίνηση όσο και στη φωνητική διάσταση. Ακόμη και όταν «εκτέθηκε» με τον κάτι σαν μαιναδικό χορό, υπό τις οδηγίες του σκηνοθέτη, αξίζει να σημειωθεί πως οι άναρχες κινήσεις του ήταν υποδειγματικές για το συγκεκριμένο σκηνικό.Τα κοστούμια της Ιωάννας Τσάμη ήταν λειτουργικά, βοηθώντας τους ηθοποιούς στις κινήσεις τους. Ξεχώρισε το, αλά Björk (από την εμφάνισή της στην τελετή έναρξης των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004), φόρεμα του Θανάτου, εν είδει βικτωριανού πένθους. Οι φωτισμοί της Ελίζας Αλεξανδροπούλου ήταν αρκετά ικανοποιητικοί και συνέβαλαν στον κωμικοτραγικό χαρακτήρα της παράστασης.
Συμπερασματικά, η άμεση ανάγνωση του έργου ως σατυρικού δράματος και όχι ως τραγωδίας από τον σκηνοθέτη τον ώθησε να αποδώσει ένα μάλλον κωμικό έργο, απέχοντας από την τραγικότητα του κειμένου. Ως αποτέλεσμα, η έμφαση στην κωμικότητα λειτούργησε εις βάρος της συγκεκριμένης light τραγωδίας, δεν αποδόθηκαν τα βαθύτερα νοήματα του έργου και, τελικά, παρουσιάστηκε ένας περισσότερο αριστοφανικός τύπος δράματος. Αν στόχος του σκηνοθέτη ήταν -όπως αναφέρει και στο σημείωμά του- να ανεβάσει ένα σκηνικό πείραμα, με τον σκηνικό χώρο να λειτουργεί ως μέρος του υποσυνείδητου, τότε το πείραμα αυτό δεν αποδόθηκε επαρκώς.
Φωτογραφίες: Ανδρέας Σιμόπουλος
Πρώτη δημοσίευση: tetartopress.gr (22/7/2026)


