Skip to content

Κριτική Θεάτρου

«Δικός σου, Φραντς»: Ανεπίδοτες επιστολές στο κοινό

της Ιωάννας Μπλάτσου

Κριτική Θεάτρου

«Δικός σου, Φραντς»: Ανεπίδοτες επιστολές στο κοινό

της Ιωάννας Μπλάτσου

Εγώ δεν έχω κάποιο λογοτεχνικό ενδιαφέρον, αλλά αντιθέτως εγώ συνίσταμαι από λογοτεχνία, δεν είμαι τίποτε άλλο και δεν μπορώ να είμαι τίποτε άλλο» γράφει ο Φραντς Κάφκα το 1913 στη μνηστή του Φελίτσε Μπάουερ σε μια επιστολή του, η οποία συμπεριλαμβάνεται στο βιβλίο «Γράμματα στη Φελίτσε». Και όντως. Ενώ ο ίδιος θεωρούσε τον ανθρώπινο βίο «προθάλαμο της κόλασης», η συγγραφή ήταν η ανάσα του, ο τρόπος του να επιβιώνει μες «στο βαθύ σκοτάδι της ύπαρξης».

Οι περίφημες επιστολές του Κάφκα, όπως η «Επιστολή προς τον πατέρα», καθώς και «Τα ημερολόγιά» του που έχουν εκδοθεί φωτίζουν τον ιδιαίτερο ψυχισμό του, τις μολύβδινες σκέψεις του, την υπαρξιακή του απόγνωση αλλά και το συχνά σαρκαστικό του χιούμορ. Στις ήδη γνωστές και μεταφρασμένες στα ελληνικά επιστολές του γερμανόφωνου εβραίου συγγραφέα, η μελέτη του σκηνοθέτη Αλέξανδρου Διαμαντή και η μετάφραση της Μαρίνας Αγαθαγγελίδου έρχονται να προσθέσουν και αυτές προς την πολυαγαπημένη του μικρή αδερφή Ότλα, οι οποίες αποτυπώνουν την αδερφική του τρυφερότητα, αλλά και μύχιες σκέψεις του για τη ζωή του: «Δεν έχω να ρισκάρω τίποτα και έχω να κερδίσω τα πάντα αν παραιτηθώ και φύγω από την Πράγα. Η ζωή μου στην Πράγα δεν υπόσχεται τίποτα καλό. Μακριά απ’ την Πράγα μπορώ να κερδίσω τα πάντα, δηλαδή μπορώ να γίνω ένας ανεξάρτητος, ήρεμος άνθρωπος, που αξιοποιεί όλες τις ικανότητές του και ως ανταμοιβή για την καλή και ειλικρινή του δουλειά αποκτά την αίσθηση της πραγματικής ζωής και της διαρκούς ικανοποίησης».

Με αφοπλιστική ειλικρίνεια καταγράφει επίσης τις τύψεις που νιώθει προς τους γονείς του – «Καμία πραγματική και διαρκή χαρά δεν σας έχω προσφέρει, και αυτό, πιστέψτε με, απλώς επειδή δεν μπορούσα ούτε στον εαυτό μου να προσφέρω μια τέτοια χαρά» – αλλά και το ψυχικό βάρος που φέρει λόγω της πολύχρονης, επώδυνης και κοστοβόρας νόσησής του – «Γιατί, κατά βάθος, δεν πιστεύω ότι αυτή η ασθένεια είναι πράγματι φυματίωση, αλλά μάλλον ένα σημάδι της γενικής μου χρεοκοπίας». Δεν είναι δε λίγες οι περιπτώσεις που αναβλύζει από την επιστολογραφία του το λυτρωτικό του χιούμορ: «Την Πρωτοχρονιά τη γιόρτασα ως εξής: Σηκώθηκα όρθιος, άρπαξα τη λάμπα πετρελαίου και έκανα πρόποση προς τιμήν του νέου έτους. Κανένας δεν μπορεί να έχει κάτι πιο φλογερό στο ποτήρι του».

Ατελέσφορες σκηνοθετικές προθέσεις

Τα αυτοβιογραφικά σημειώματα του Φραντς Κάφκα εν είδει επιστολών έχουν αποτελέσει αντικείμενο θεατρικής απόδοσης και επιτέλεσης σε διάφορες σκηνές του κόσμου, από την Τσεχία, τη Γερμανία και το Ηνωμένο Βασίλειο έως τις ΗΠΑ, την Αυστραλία και το Ισραήλ. Έχει, πράγματι, στη διάθεσή του ένα πλούσιο σε δραματουργικούς χυμούς υλικό ο σκηνοθέτης που αποφασίζει να ασχοληθεί με έναν από τους πιο εμβληματικούς συγγραφείς του 20ού αιώνα, ο οποίος στη μία σελίδα της αλληλογραφίας του καταθέτει ότι «όταν είμαι μόνος μου με τον εαυτό μου, είμαι αρκετά καλά, αλλά όταν είμαι μόνος με τους άλλους, είμαι πολύ λυπημένος» και στην επόμενη ότι «ακόμη και η αληθινή ευτυχία είναι ένα φρικτό βάρος».

Ο Αλέξανδρος Διαμαντής αποφάσισε να στεγάσει τη νέα του καλλιτεχνική κατάθεση σε έναν ιδιαίτερο χώρο, στον Ναό του Χριστού, τη γερμανόφωνη Ευαγγελική Εκκλησία Αθηνών, ένα χαρακτηριστικό κτίριο Bauhaus των αρχών της δεκαετίας του ’30. Όπως εξηγεί στο δελτίο Τύπου της παράστασης σχετικά με αυτή την επιλογή, «ο Φραντς Κάφκα είναι ο πιο δημοφιλής από τους γερμανόφωνους συγγραφείς του εικοστού αιώνα. Η Ότλα Κάφκα δολοφονήθηκε στο Ολοκαύτωμα (από τους Γερμανούς), στο πιο μεγάλο έγκλημα του εικοστού αιώνα».

Η επιλογή μη συμβατικών χώρων, και δη θρησκευτικής λατρείας, για τη θεατρική πράξη αποτελεί πάντα ένα ελκυστικό ρίσκο. Ο συγκεκριμένος ναός στο Κολωνάκι φαντάζει, θεωρητικά, ως το ιδανικό σκηνικό για να φιλοξενήσει την υπαρξιακή αγωνία και τη βαθιά εσωτερικότητα του Φραντς Κάφκα. Όμως, στην πράξη, διαπιστώθηκαν αφετηριακά, πρακτικά ζητήματα, τα οποία δεν αντιμετωπίστηκαν σκηνοθετικά. Η αντήχηση του χώρου και τα προβλήματα ακουστικής δυσχέραναν την παρακολούθηση του δρώμενου, το οποίο συχνά μετατρεπόταν σε μια άδεια, φορμαλιστική άσκηση ύφους.

Η δραματουργική επεξεργασία των επιστολών δεν δημιούργησε θεατρικό ρυθμό, το κείμενο δεν έρεε, παρετίθετο. Οι επιστολές του Κάφκα, άλλοτε γεμάτες απόγνωση, άλλοτε με μια υπόκωφη, τρυφερή ειρωνεία, ακούγονταν μονότονες, στεγνές, αποστειρωμένες, σαν να διαβάζονται σε ένα σχολαστικό φιλολογικό μνημόσυνο.

Η σκηνοθετική γραμμή εν ολίγοις εγκλωβίστηκε στις ίδιες τις προθέσεις της, με το μεγαλύτερο πρόβλημα της παράστασης να εντοπίζεται στη διαχείριση του υποκριτικού κώδικα. Οι τρεις αξιόλογες ηθοποιοί, η Παρθενόπη Μπουζούρη, η Μαρία Καρακίτσου και η Ηρώ Γκουλίτου, εμφανίζονται παγιδευμένες σε μια σκηνοθετική σύνθεση η οποία, αντί να τις εντάσσει σε ένα λειτουργικό παραστατικό πλαίσιο, τις αφήνει εκτεθειμένες σε ένα έωλο εγχείρημα, παλεύοντας περισσότερο με την ακουστική του ναού, παρά με την ουσία των λέξεων που αρθρώνουν και καλούνται να φωτίσουν. Επίσης, η σκηνοθετική απόφαση να μοιραστεί ο λόγος του Κάφκα σε τρεις φωνές – ως μια προσπάθεια να αποδοθεί ο εσωτερικός του κατακερματισμός; – καταλήγει να ξενίζει τον θεατή και να διαρρηγνύει τη συνοχή του κειμένου.

Ο άπλετος φωτισμός του δρώμενου δεν συνδράμει, επίσης, καθόλου στην καφκική ατμόσφαιρα – είναι απορίας άξιο γιατί, εφόσον βρισκόμαστε σε εκκλησία, δεν χρησιμοποιήθηκε ο υποβλητικός φωτισμός κεριών, τόσο ταιριαστός στον χαμηλότονο, σχεδόν ψιθυριστό χαρακτήρα των προσωπικών επιστολών του συγγραφέα. Παράλληλα, η χρήση του εκκλησιαστικού οργάνου (Χρήστος Παρασκευόπουλος) δεν εντάσσεται οργανικά στην περφόρμανς, με την πένθιμη μεγαλοπρέπειά του να υπογραμμίζει επιπλέον τις ατελέσφορες προθέσεις της παράστασης.


Πρώτη δημοσίευση: Το Βήμα (21/9/2026)

Εγώ δεν έχω κάποιο λογοτεχνικό ενδιαφέρον, αλλά αντιθέτως εγώ συνίσταμαι από λογοτεχνία, δεν είμαι τίποτε άλλο και δεν μπορώ να είμαι τίποτε άλλο» γράφει ο Φραντς Κάφκα το 1913 στη μνηστή του Φελίτσε Μπάουερ σε μια επιστολή του, η οποία συμπεριλαμβάνεται στο βιβλίο «Γράμματα στη Φελίτσε». Και όντως. Ενώ ο ίδιος θεωρούσε τον ανθρώπινο βίο «προθάλαμο της κόλασης», η συγγραφή ήταν η ανάσα του, ο τρόπος του να επιβιώνει μες «στο βαθύ σκοτάδι της ύπαρξης».

Οι περίφημες επιστολές του Κάφκα, όπως η «Επιστολή προς τον πατέρα», καθώς και «Τα ημερολόγιά» του που έχουν εκδοθεί φωτίζουν τον ιδιαίτερο ψυχισμό του, τις μολύβδινες σκέψεις του, την υπαρξιακή του απόγνωση αλλά και το συχνά σαρκαστικό του χιούμορ. Στις ήδη γνωστές και μεταφρασμένες στα ελληνικά επιστολές του γερμανόφωνου εβραίου συγγραφέα, η μελέτη του σκηνοθέτη Αλέξανδρου Διαμαντή και η μετάφραση της Μαρίνας Αγαθαγγελίδου έρχονται να προσθέσουν και αυτές προς την πολυαγαπημένη του μικρή αδερφή Ότλα, οι οποίες αποτυπώνουν την αδερφική του τρυφερότητα, αλλά και μύχιες σκέψεις του για τη ζωή του: «Δεν έχω να ρισκάρω τίποτα και έχω να κερδίσω τα πάντα αν παραιτηθώ και φύγω από την Πράγα. Η ζωή μου στην Πράγα δεν υπόσχεται τίποτα καλό. Μακριά απ’ την Πράγα μπορώ να κερδίσω τα πάντα, δηλαδή μπορώ να γίνω ένας ανεξάρτητος, ήρεμος άνθρωπος, που αξιοποιεί όλες τις ικανότητές του και ως ανταμοιβή για την καλή και ειλικρινή του δουλειά αποκτά την αίσθηση της πραγματικής ζωής και της διαρκούς ικανοποίησης».

Με αφοπλιστική ειλικρίνεια καταγράφει επίσης τις τύψεις που νιώθει προς τους γονείς του – «Καμία πραγματική και διαρκή χαρά δεν σας έχω προσφέρει, και αυτό, πιστέψτε με, απλώς επειδή δεν μπορούσα ούτε στον εαυτό μου να προσφέρω μια τέτοια χαρά» – αλλά και το ψυχικό βάρος που φέρει λόγω της πολύχρονης, επώδυνης και κοστοβόρας νόσησής του – «Γιατί, κατά βάθος, δεν πιστεύω ότι αυτή η ασθένεια είναι πράγματι φυματίωση, αλλά μάλλον ένα σημάδι της γενικής μου χρεοκοπίας». Δεν είναι δε λίγες οι περιπτώσεις που αναβλύζει από την επιστολογραφία του το λυτρωτικό του χιούμορ: «Την Πρωτοχρονιά τη γιόρτασα ως εξής: Σηκώθηκα όρθιος, άρπαξα τη λάμπα πετρελαίου και έκανα πρόποση προς τιμήν του νέου έτους. Κανένας δεν μπορεί να έχει κάτι πιο φλογερό στο ποτήρι του».

Ατελέσφορες σκηνοθετικές προθέσεις

Τα αυτοβιογραφικά σημειώματα του Φραντς Κάφκα εν είδει επιστολών έχουν αποτελέσει αντικείμενο θεατρικής απόδοσης και επιτέλεσης σε διάφορες σκηνές του κόσμου, από την Τσεχία, τη Γερμανία και το Ηνωμένο Βασίλειο έως τις ΗΠΑ, την Αυστραλία και το Ισραήλ. Έχει, πράγματι, στη διάθεσή του ένα πλούσιο σε δραματουργικούς χυμούς υλικό ο σκηνοθέτης που αποφασίζει να ασχοληθεί με έναν από τους πιο εμβληματικούς συγγραφείς του 20ού αιώνα, ο οποίος στη μία σελίδα της αλληλογραφίας του καταθέτει ότι «όταν είμαι μόνος μου με τον εαυτό μου, είμαι αρκετά καλά, αλλά όταν είμαι μόνος με τους άλλους, είμαι πολύ λυπημένος» και στην επόμενη ότι «ακόμη και η αληθινή ευτυχία είναι ένα φρικτό βάρος».

Ο Αλέξανδρος Διαμαντής αποφάσισε να στεγάσει τη νέα του καλλιτεχνική κατάθεση σε έναν ιδιαίτερο χώρο, στον Ναό του Χριστού, τη γερμανόφωνη Ευαγγελική Εκκλησία Αθηνών, ένα χαρακτηριστικό κτίριο Bauhaus των αρχών της δεκαετίας του ’30. Όπως εξηγεί στο δελτίο Τύπου της παράστασης σχετικά με αυτή την επιλογή, «ο Φραντς Κάφκα είναι ο πιο δημοφιλής από τους γερμανόφωνους συγγραφείς του εικοστού αιώνα. Η Ότλα Κάφκα δολοφονήθηκε στο Ολοκαύτωμα (από τους Γερμανούς), στο πιο μεγάλο έγκλημα του εικοστού αιώνα».

Η επιλογή μη συμβατικών χώρων, και δη θρησκευτικής λατρείας, για τη θεατρική πράξη αποτελεί πάντα ένα ελκυστικό ρίσκο. Ο συγκεκριμένος ναός στο Κολωνάκι φαντάζει, θεωρητικά, ως το ιδανικό σκηνικό για να φιλοξενήσει την υπαρξιακή αγωνία και τη βαθιά εσωτερικότητα του Φραντς Κάφκα. Όμως, στην πράξη, διαπιστώθηκαν αφετηριακά, πρακτικά ζητήματα, τα οποία δεν αντιμετωπίστηκαν σκηνοθετικά. Η αντήχηση του χώρου και τα προβλήματα ακουστικής δυσχέραναν την παρακολούθηση του δρώμενου, το οποίο συχνά μετατρεπόταν σε μια άδεια, φορμαλιστική άσκηση ύφους.

Η δραματουργική επεξεργασία των επιστολών δεν δημιούργησε θεατρικό ρυθμό, το κείμενο δεν έρεε, παρετίθετο. Οι επιστολές του Κάφκα, άλλοτε γεμάτες απόγνωση, άλλοτε με μια υπόκωφη, τρυφερή ειρωνεία, ακούγονταν μονότονες, στεγνές, αποστειρωμένες, σαν να διαβάζονται σε ένα σχολαστικό φιλολογικό μνημόσυνο.

Η σκηνοθετική γραμμή εν ολίγοις εγκλωβίστηκε στις ίδιες τις προθέσεις της, με το μεγαλύτερο πρόβλημα της παράστασης να εντοπίζεται στη διαχείριση του υποκριτικού κώδικα. Οι τρεις αξιόλογες ηθοποιοί, η Παρθενόπη Μπουζούρη, η Μαρία Καρακίτσου και η Ηρώ Γκουλίτου, εμφανίζονται παγιδευμένες σε μια σκηνοθετική σύνθεση η οποία, αντί να τις εντάσσει σε ένα λειτουργικό παραστατικό πλαίσιο, τις αφήνει εκτεθειμένες σε ένα έωλο εγχείρημα, παλεύοντας περισσότερο με την ακουστική του ναού, παρά με την ουσία των λέξεων που αρθρώνουν και καλούνται να φωτίσουν. Επίσης, η σκηνοθετική απόφαση να μοιραστεί ο λόγος του Κάφκα σε τρεις φωνές – ως μια προσπάθεια να αποδοθεί ο εσωτερικός του κατακερματισμός; – καταλήγει να ξενίζει τον θεατή και να διαρρηγνύει τη συνοχή του κειμένου.

Ο άπλετος φωτισμός του δρώμενου δεν συνδράμει, επίσης, καθόλου στην καφκική ατμόσφαιρα – είναι απορίας άξιο γιατί, εφόσον βρισκόμαστε σε εκκλησία, δεν χρησιμοποιήθηκε ο υποβλητικός φωτισμός κεριών, τόσο ταιριαστός στον χαμηλότονο, σχεδόν ψιθυριστό χαρακτήρα των προσωπικών επιστολών του συγγραφέα. Παράλληλα, η χρήση του εκκλησιαστικού οργάνου (Χρήστος Παρασκευόπουλος) δεν εντάσσεται οργανικά στην περφόρμανς, με την πένθιμη μεγαλοπρέπειά του να υπογραμμίζει επιπλέον τις ατελέσφορες προθέσεις της παράστασης.


Πρώτη δημοσίευση: Το Βήμα (21/9/2026)

Δικός σου, Φραντς
| Φραντς Κάφκα (Franz Kafka)
Σκηνοθεσία Αλέξανδρος Διαμαντής
Χώρος Γερμανόφωνη Ευαγγελική Εκκλησία Αθηνών
Πρεμιέρα 12/09/2026
Δικός σου, Φραντς
Κείμενο Φραντς Κάφκα (Franz Kafka)
Σκηνοθεσία Αλέξανδρος Διαμαντής
Χώρος Γερμανόφωνη Ευαγγελική Εκκλησία Αθηνών
Πρεμιέρα 12/09/2026

Άλλες κριτικές

της Ιωάννας Μπλάτσου

Διαβάστε επίσης

Back To Top