Skip to content

Κριτική Θεάτρου

Είδαμε τους «Τιτάνες» του Ευριπίδη Λασκαρίδη στη Στέγη

της Παρασκευής Τεκτονίδου

Κριτική Θεάτρου

Είδαμε τους «Τιτάνες» του Ευριπίδη Λασκαρίδη στη Στέγη

της Παρασκευής Τεκτονίδου

Εν αρχή ην το χάος…

Στην αρχή το σκοτάδι, κι έπειτα μία φωτισμένη ράβδος που διασχίζει οριζόντια τη σκηνή (διακρίνεις ελάχιστα τα χέρια που την κρατούν) να σηματοδοτεί την εισαγωγή σε έναν αλλόκοτο, παράδοξα ασταθή κόσμο. Έναν κόσμο που ορίζεται από τον νόμο της συνεχούς μεταμόρφωσης και εναλλαγής: από την κατασκευή στην αποσυναρμολόγηση, από τη νοσταλγία στο γέλιο, από την εμφάνιση στην εμβύθιση, από την αναγνώριση στο ανοίκειο. Τίποτα δεν μοιάζει να παραμένει σταθερό στους Τιτάνες του Ευριπίδη Λασκαρίδη.

Το σκηνικό: Μεγάλα ορθογώνια κομμάτια φελιζόλ, γίνονται άλλοτε ρούχο, εμπόδιο, διαστημόπλοιο, εξομολογητήριο, τοίχος, αφρόλουτρο, τροφή ή χιόνι. Λάμπες φθορίου, προβολείς στο χέρι και ένας στρογγυλός κοίλος καθρέφτης πίσω ψηλά φωτίζουν και αντανακλούν παραμορφωμένα τα εν κινήσει ίχνη της παράστασης. Αριστερά μπροστά ένας όγκος χρυσός που μοιάζει στέρεος μέχρι να ανακαλύψεις ότι δεν πρόκειται παρά για ένα ελαφρύ τσαλακωμένο χρυσαφί εύπλαστο φύλο. Ένα σίδερο που ατμίζει, μία σιδερώστρα, μία κουρτίνα από πλαστικά φυτά, που όμως ο περφόρμερ τα ποτίζει, ένα ραδιοφωνάκι, ένας σκουπιδοτενεκές κι ένα τηλέφωνο δημιουργούν έναν «οικιακό» χώρο λίγο πιο πίσω.

Στον ανοίκειο αυτόν ατμοσφαιρικό κόσμο κατοικούν δύο «παράξενα» πλάσματα. Μία φιγούρα λίγο «τρελούτσικη», απροσδιόριστα χαριτωμένη στις συχνές της μεταμφιέσεις, που έχει την ικανότητα να μιλά και μία σιωπηλή πιο σκοτεινή, που φανερώνεται σαν σκιά μονάχα με τη βοήθεια κάποιου φωτός. Καθώς σιγά σιγά «συνηθίζεις» τη συνεχή αίσθηση ξαφνισμού, βουλιάζεις στην καρέκλα σου μέσα στο σκοτάδι.

Σύμπαντα απόκοσμα που συνομιλούν με την υπερβολή του καρναβαλικού και του θεάματος. Κόσμοι εύθραυστοι και ευμετάβλητοι και όμως παράλληλα αλλόκοτα στέρεοι και ανθεκτικοί. Πλάσματα, σκηνές, συμπεριφορές και εικόνες ικανά να πραγματοποιούν τη φαντασία με υλικά που συναντάμε στον καθημερινό μας κόσμο.

Ο Ευριπίδης Λασκαρίδης κατασκευάζει τα τελευταία χρόνια ένα ξεχωριστό και ιδιοσυγκρασιακό σκηνικό λεξιλόγιο. Ένα ιδίωμα αναγνωρίσιμο, που συμπυκνώνεται μέσα στα ιδιαίτερα πλάσματα που ενσαρκώνει εξαιρετικά ο ίδιος και ζωντανεύει μέσα στα φώτα της Ελίζας Αλεξανδροπούλου, τα κουστούμια του Άγγελου Μέντη, τη μουσική του Γιώργου Πούλιου, τη δραματουργική συνεισφορά του Αλέξανδρου Μυστριώτη.

Τίποτα δεν μοιάζει να είναι ακριβώς στη «σωστή» θέση ενώ έχεις συνεχώς την αίσθηση ότι τίποτα δεν βρίσκεται εκεί τυχαία. Ίσως γι’ αυτό σου προσφέρεται σαν ένα σύστημα ανοιχτό, επειδή είναι στη λεπτομέρεια του τέλεια οργανωμένο. Τόσο το έργο ως μορφή όσο και τα νοήματά του ανθίστανται σε απόπειρες μίας ταξινόμησης με σαφήνεια. Μοιάζει να ανήκει εξίσου την τέχνη του θεάτρου, του τσίρκο, του χορού, της μιμικής και της περφόρμανς.

Θα κλείσω αυτό το κείμενο ψιθυρίζοντας πως αν υπάρχει κάτι που μας προτείνει ο Λασκαρίδης με τα έργα του, αυτό είναι να συμφιλιωθούμε με την πολυφωνία, την αμφιβολία και την πολλαπλότητα. Κι ακόμη, να αφαιρέσουμε από πάνω μας το άγχος για την τελειότητα, την αγωνία του να γίνονται όλα «καθώς πρέπει».

[Κριτική δημοσιευμένη αρχικά στο monopoli.gr]

Εν αρχή ην το χάος…

Στην αρχή το σκοτάδι, κι έπειτα μία φωτισμένη ράβδος που διασχίζει οριζόντια τη σκηνή (διακρίνεις ελάχιστα τα χέρια που την κρατούν) να σηματοδοτεί την εισαγωγή σε έναν αλλόκοτο, παράδοξα ασταθή κόσμο. Έναν κόσμο που ορίζεται από τον νόμο της συνεχούς μεταμόρφωσης και εναλλαγής: από την κατασκευή στην αποσυναρμολόγηση, από τη νοσταλγία στο γέλιο, από την εμφάνιση στην εμβύθιση, από την αναγνώριση στο ανοίκειο. Τίποτα δεν μοιάζει να παραμένει σταθερό στους Τιτάνες του Ευριπίδη Λασκαρίδη.

Το σκηνικό: Μεγάλα ορθογώνια κομμάτια φελιζόλ, γίνονται άλλοτε ρούχο, εμπόδιο, διαστημόπλοιο, εξομολογητήριο, τοίχος, αφρόλουτρο, τροφή ή χιόνι. Λάμπες φθορίου, προβολείς στο χέρι και ένας στρογγυλός κοίλος καθρέφτης πίσω ψηλά φωτίζουν και αντανακλούν παραμορφωμένα τα εν κινήσει ίχνη της παράστασης. Αριστερά μπροστά ένας όγκος χρυσός που μοιάζει στέρεος μέχρι να ανακαλύψεις ότι δεν πρόκειται παρά για ένα ελαφρύ τσαλακωμένο χρυσαφί εύπλαστο φύλο. Ένα σίδερο που ατμίζει, μία σιδερώστρα, μία κουρτίνα από πλαστικά φυτά, που όμως ο περφόρμερ τα ποτίζει, ένα ραδιοφωνάκι, ένας σκουπιδοτενεκές κι ένα τηλέφωνο δημιουργούν έναν «οικιακό» χώρο λίγο πιο πίσω.

Στον ανοίκειο αυτόν ατμοσφαιρικό κόσμο κατοικούν δύο «παράξενα» πλάσματα. Μία φιγούρα λίγο «τρελούτσικη», απροσδιόριστα χαριτωμένη στις συχνές της μεταμφιέσεις, που έχει την ικανότητα να μιλά και μία σιωπηλή πιο σκοτεινή, που φανερώνεται σαν σκιά μονάχα με τη βοήθεια κάποιου φωτός. Καθώς σιγά σιγά «συνηθίζεις» τη συνεχή αίσθηση ξαφνισμού, βουλιάζεις στην καρέκλα σου μέσα στο σκοτάδι.

Σύμπαντα απόκοσμα που συνομιλούν με την υπερβολή του καρναβαλικού και του θεάματος. Κόσμοι εύθραυστοι και ευμετάβλητοι και όμως παράλληλα αλλόκοτα στέρεοι και ανθεκτικοί. Πλάσματα, σκηνές, συμπεριφορές και εικόνες ικανά να πραγματοποιούν τη φαντασία με υλικά που συναντάμε στον καθημερινό μας κόσμο.

Ο Ευριπίδης Λασκαρίδης κατασκευάζει τα τελευταία χρόνια ένα ξεχωριστό και ιδιοσυγκρασιακό σκηνικό λεξιλόγιο. Ένα ιδίωμα αναγνωρίσιμο, που συμπυκνώνεται μέσα στα ιδιαίτερα πλάσματα που ενσαρκώνει εξαιρετικά ο ίδιος και ζωντανεύει μέσα στα φώτα της Ελίζας Αλεξανδροπούλου, τα κουστούμια του Άγγελου Μέντη, τη μουσική του Γιώργου Πούλιου, τη δραματουργική συνεισφορά του Αλέξανδρου Μυστριώτη.

Τίποτα δεν μοιάζει να είναι ακριβώς στη «σωστή» θέση ενώ έχεις συνεχώς την αίσθηση ότι τίποτα δεν βρίσκεται εκεί τυχαία. Ίσως γι’ αυτό σου προσφέρεται σαν ένα σύστημα ανοιχτό, επειδή είναι στη λεπτομέρεια του τέλεια οργανωμένο. Τόσο το έργο ως μορφή όσο και τα νοήματά του ανθίστανται σε απόπειρες μίας ταξινόμησης με σαφήνεια. Μοιάζει να ανήκει εξίσου την τέχνη του θεάτρου, του τσίρκο, του χορού, της μιμικής και της περφόρμανς.

Θα κλείσω αυτό το κείμενο ψιθυρίζοντας πως αν υπάρχει κάτι που μας προτείνει ο Λασκαρίδης με τα έργα του, αυτό είναι να συμφιλιωθούμε με την πολυφωνία, την αμφιβολία και την πολλαπλότητα. Κι ακόμη, να αφαιρέσουμε από πάνω μας το άγχος για την τελειότητα, την αγωνία του να γίνονται όλα «καθώς πρέπει».

[Κριτική δημοσιευμένη αρχικά στο monopoli.gr]

Τιτάνες
Σκηνοθεσία Ευριπίδης Λασκαρίδης
Χώρος Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών
Τιτάνες
Σκηνοθεσία Ευριπίδης Λασκαρίδης
Χώρος Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών

Διαβάστε επίσης

Back To Top