Skip to content

Κριτική Θεάτρου

«Ταξίδι μεγάλης μέρας μέσα στη νύχτα» – Μακρύ ταξίδι μιας ξεπερασμένης εποχής από το ΔΗΠΕΘΕ Πάτρας

του Δημήτρη Ζαπάντη

Κριτική Θεάτρου

«Ταξίδι μεγάλης μέρας μέσα στη νύχτα» – Μακρύ ταξίδι μιας ξεπερασμένης εποχής από το ΔΗΠΕΘΕ Πάτρας

του Δημήτρη Ζαπάντη

Ο Ευγένιος Ο΄ Νηλ είναι ο συγγραφέας του έργου “The Long Day’s Journey into Night” («Ταξίδι μεγάλης μέρας μέσα στη νύχτα»). Μέσα σε ένα αστικό τοπίο της Ιρλανδικής υπαίθρου μια τετραμελής -τύποις- ευτυχισμένη οικογένεια «ταλανίζεται» από διάφορα μυστικά που έχει ο ένας για τον άλλο τα οποία όμως φαίνεται να τα γνωρίζουν όλοι και τα οποία σταδιακά αποκαλύπτονται στο κοινό. Έτσι, ο Πατέρας της οικογένειας είναι ένας τσιγκούνης, που βάζει τα λεφτά πιο πάνω από την υγεία του φυματικού γιου του, η μητέρα, έχει ψυχολογικά προβλήματα και ο άλλος γιος σκορπάει τα χρήματα του σε αλκοόλ και γλέντια. Ως έργο, αποτελεί ένα αυτογραφικό δράμα δωματίου από τον Ευγένιο Ο΄ Νηλ (ο ίδιος ο Συγγραφέας είναι ο χαρακτήρας Έντμουντ του έργου) που το έγραφε από το 1939 έως το 1941. Ο ίδιος το έχει αποκαλέσει ως ένα «δράμα συγχώρεσης» και αφορά την ίδια του την οικογένεια. Ο συγγραφέας παρουσιάζει ένα έργο με έντονο το νατουραλιστικό στοιχείο εκθέτοντας καταπιεσμένα συναισθήματα και επιθυμίες (είχε δώσει εντολή να μην ανέβει πριν την πάροδο εικοσιπενταετίας από τον θάνατό του). Το έργο, παρά την θέλησή του, παρουσιάστηκε στο Βασιλικό Θέατρο της Στοκχόλμης 3 χρόνια μετά το θάνατό του, στις 10 Φεβρουαρίου 1956. Για το συγκεκριμένο έργο ο Ευγένιος Ο΄ Νηλ βραβεύτηκε με το βραβείο Πούλιτζερ και ως έργο είναι χαρακτηριστικά νατουραλιστικό όσον αφορά την κληρονομικότητα και τα πάθη όπως το αλκοόλ (η κληρονομικότητα στις αρρώστιες και τον αλκοολισμό αποτυπώνονται στο Νατουραλισμό ως αίτια συμπεριφοράς των ατόμων).

Το συγκεκριμένο έργο παρουσιάζεται από το ΔΗΠΕΘΕ Πάτρας στο θέατρο Μπάρρυ σε σκηνοθεσία Γιώργου Ζαμπουλάκη. Ο σκηνοθέτης πιθανόν να επηρεάστηκε σε μεγάλο βαθμό από τον τίτλο με αποτέλεσμα η διάρκεια του έργου να είναι 2 ώρες και 40 λεπτά. Ο τρόπος που ο Γιώργος Ζαμπουλάκης παρουσιάζει το έργο με ένα σχετικά ξεπερασμένο τρόπο, αυτόν της αναλυτικής δομής, δείχνει πως δεν έλαβε υπόψη του την απεύθυνση σε ένα πιο σύγχρονο κοινό. Στη συγκεκριμένη τεχνική, η εσωτερική οργάνωση των έργων στηρίζεται στον δραματουργικό τρόπο των δραματικών αποκαλύψεων που μας μεταφέρουν σε παρελθοντικό χρόνο. Θέλοντας ο σκηνοθέτης να μείνει πιστός στο ρεαλιστικό «τοπίο» του Ευγένιου Ο΄ Νηλ δεν ακολουθεί κανένα «δρόμο» σκηνοθετικής καινοτομίας καθώς υπερτονίζει το αστικό σαλόνι ως δραματικό χώρο αποκαλύψεων. Επίσης, αποδίδει την πιστότητα του αρχικού έργου με ένα υφολογικό σχήμα ψυχολογικού ρεαλισμού, στο οποίο οι χαρακτήρες έχουν μια μόνιμη υφέρπουσα επιθετική ανταγωνιστική διάθεση. Ο σκηνοθέτης τονίζει τη διάθεση αυτή ως το βασικό «όχημα» των ηρώων ώστε να εκφράσουν την οπτική της υπαρξιακής αγωνίας τους, αποδίδοντας τον εγκλωβισμό του ατόμου όχι μόνο στον κοινωνικό ιστό αλλά και στον προσωπικό. Ο Γιώργος Ζαμπουλάκης με τη σκηνοθεσία του υπερτονίζει την ποικιλομορφία των απομονωμένων υποκειμένων. Έτσι όπως αποδίδονται οι χαρακτήρες βλέπουμε μια οικογένεια που διαπερνά τα διαδοχικά στρώματα προφάσεων, δικαιολογιών και ψευδαισθήσεων φτάνοντας στην ανθρώπινη παρόρμηση· δίχως η οικογένεια αυτή να λαμβάνει υπόψη της τη ζωική υπόσταση προβάλλοντας τα μυστικά σαν «μίγματα μυστηρίου» μακριά από κάθε ορθολογική έκφανση. Όσον αφορά τη σημειολογία της παράστασης, βλέπουμε να προβάλλονται μέσω προτζέκτορα αποφθέγματα διάφορων γνωστών συγγραφέων, ενώ παράλληλα προβάλλονται συνεχώς ονόματα ποιητών και διανοούμενων στον τοίχο εν είδει ψυχολογικής συμπερίληψης (του Έντμοντ και κατ΄επέκταση του ίδιου του Ο΄Νηλ).

Όσον αφορά τους χαρακτήρες, ο Βασίλης Κόκκαλης ως Τζέιμς αποδίδει εξαιρετικά την ψυχαναγκαστική παραμυθία του για τα χρήματα με την απαραίτητη επιτόνιση των σημείων που χρειάζεται ο ρόλος δείχνοντας άλλη μια φορά το ταλέντο του. Η Θεοδώρα Σιάρκου αποδίδει αρκετά επιτυχημένα το παιχνίδι των διακυμάνσεων που επιτάσσει ο ρόλος εικονογραφώντας άριστα τον χαρακτήρα της Μαίρης. Ο Βαγγέλης Παπαγιαννόπουλος ως Τζέιμς Τζούνιορ μένει αρκετά πιστός στη φυσικοποίηση που απειτεί ο ρόλος, βγάζοντας το απαραίτητο νεύρο. Ο Δημήτρης Καρακούσης ως Έντμοντ δείχνει το ταλέντο του καθώς «ασπάζεται» τις διακυμάνσεις του χαρακτήρα με συνεχή εναλλαγή διάθεσης. Τέλος, η Γεωργία Μυλωνά ως Καθλίν κινείται σε αρκετά καλά επίπεδα στο συγκεκριμένο ρόλο αποδίδοντας τις απαραίτητες εκφράσεις.

Στο ενδυματολογικό κομμάτι από τον Θάνο Βόβολη θα λέγαμε πως ταιριάζει η φράση λίθοι πλίνθοι κέραμοι ατάκτως ερριμμένα. Ο ενδυματολόγος βασίστηκε στον μοντερνισμό ως τάση και δεν απέδωσε τη μόδα μιας συγκεκριμένης εποχής. Έτσι, βλέπουμε να υπάρχουν ρούχα που εκτίνονται από το 1910-1930 χωρίς να υπάρχει μια συγκεκριμένη χρονική συνοχή στην απόδοση των ενδυμάτων. Στα σκηνικά ο ίδιος είχε κάνει καλύτερη δουλειά καθώς εκμεταλλεύτηκε τον χώρο αφήνοντας ένα ελαφρύ industrial περιβάλλον, τόσο όσο να δημιουργηθεί μια ελαφριά ανοικείωση και σε συνεργασία με τον σχεδιασμό ήχου από τον Χρύσανθο Χριστοδούλου βοηθούν στην απόδοση των χρονικών στιγμών κατά τη διάρκεια της παράστασης. Στον σχεδιασμό των φωτισμών ο Νίκος Σωτηρόπουλος χρωματίζει σε ικανοποιητικό βαθμό τις στιγμές του έργου.

Συμπερασματικά, ο Γιώργος Ζαμπουλάκης κατανόησε και απέδωσε σε ικανοποιητικό βαθμό την ετερογενή δομή του έργου του Ευγένιου Ο΄Νηλ, προβάλλοντας τις ψυχολογικές αποχρώσεις με πολλαπλές υποδιαιρέσεις εκφάνσεων των προσώπων. Βέβαια δεν έλαβε υπόψη του και τη συμμετρία ανάμεσα στην ερμηνεία και την πρόσληψη του κοινού και αυτό τον οδήγησε σε ένα πλάτιασμα του ιδεολογικού περιβάλλοντος του ρεαλισμού του έργου.


Πρώτη δημοσίευση: tetartopress.gr (31/12/2025)

Ο Ευγένιος Ο΄ Νηλ είναι ο συγγραφέας του έργου “The Long Day’s Journey into Night” («Ταξίδι μεγάλης μέρας μέσα στη νύχτα»). Μέσα σε ένα αστικό τοπίο της Ιρλανδικής υπαίθρου μια τετραμελής -τύποις- ευτυχισμένη οικογένεια «ταλανίζεται» από διάφορα μυστικά που έχει ο ένας για τον άλλο τα οποία όμως φαίνεται να τα γνωρίζουν όλοι και τα οποία σταδιακά αποκαλύπτονται στο κοινό. Έτσι, ο Πατέρας της οικογένειας είναι ένας τσιγκούνης, που βάζει τα λεφτά πιο πάνω από την υγεία του φυματικού γιου του, η μητέρα, έχει ψυχολογικά προβλήματα και ο άλλος γιος σκορπάει τα χρήματα του σε αλκοόλ και γλέντια. Ως έργο, αποτελεί ένα αυτογραφικό δράμα δωματίου από τον Ευγένιο Ο΄ Νηλ (ο ίδιος ο Συγγραφέας είναι ο χαρακτήρας Έντμουντ του έργου) που το έγραφε από το 1939 έως το 1941. Ο ίδιος το έχει αποκαλέσει ως ένα «δράμα συγχώρεσης» και αφορά την ίδια του την οικογένεια. Ο συγγραφέας παρουσιάζει ένα έργο με έντονο το νατουραλιστικό στοιχείο εκθέτοντας καταπιεσμένα συναισθήματα και επιθυμίες (είχε δώσει εντολή να μην ανέβει πριν την πάροδο εικοσιπενταετίας από τον θάνατό του). Το έργο, παρά την θέλησή του, παρουσιάστηκε στο Βασιλικό Θέατρο της Στοκχόλμης 3 χρόνια μετά το θάνατό του, στις 10 Φεβρουαρίου 1956. Για το συγκεκριμένο έργο ο Ευγένιος Ο΄ Νηλ βραβεύτηκε με το βραβείο Πούλιτζερ και ως έργο είναι χαρακτηριστικά νατουραλιστικό όσον αφορά την κληρονομικότητα και τα πάθη όπως το αλκοόλ (η κληρονομικότητα στις αρρώστιες και τον αλκοολισμό αποτυπώνονται στο Νατουραλισμό ως αίτια συμπεριφοράς των ατόμων).

Το συγκεκριμένο έργο παρουσιάζεται από το ΔΗΠΕΘΕ Πάτρας στο θέατρο Μπάρρυ σε σκηνοθεσία Γιώργου Ζαμπουλάκη. Ο σκηνοθέτης πιθανόν να επηρεάστηκε σε μεγάλο βαθμό από τον τίτλο με αποτέλεσμα η διάρκεια του έργου να είναι 2 ώρες και 40 λεπτά. Ο τρόπος που ο Γιώργος Ζαμπουλάκης παρουσιάζει το έργο με ένα σχετικά ξεπερασμένο τρόπο, αυτόν της αναλυτικής δομής, δείχνει πως δεν έλαβε υπόψη του την απεύθυνση σε ένα πιο σύγχρονο κοινό. Στη συγκεκριμένη τεχνική, η εσωτερική οργάνωση των έργων στηρίζεται στον δραματουργικό τρόπο των δραματικών αποκαλύψεων που μας μεταφέρουν σε παρελθοντικό χρόνο. Θέλοντας ο σκηνοθέτης να μείνει πιστός στο ρεαλιστικό «τοπίο» του Ευγένιου Ο΄ Νηλ δεν ακολουθεί κανένα «δρόμο» σκηνοθετικής καινοτομίας καθώς υπερτονίζει το αστικό σαλόνι ως δραματικό χώρο αποκαλύψεων. Επίσης, αποδίδει την πιστότητα του αρχικού έργου με ένα υφολογικό σχήμα ψυχολογικού ρεαλισμού, στο οποίο οι χαρακτήρες έχουν μια μόνιμη υφέρπουσα επιθετική ανταγωνιστική διάθεση. Ο σκηνοθέτης τονίζει τη διάθεση αυτή ως το βασικό «όχημα» των ηρώων ώστε να εκφράσουν την οπτική της υπαρξιακής αγωνίας τους, αποδίδοντας τον εγκλωβισμό του ατόμου όχι μόνο στον κοινωνικό ιστό αλλά και στον προσωπικό. Ο Γιώργος Ζαμπουλάκης με τη σκηνοθεσία του υπερτονίζει την ποικιλομορφία των απομονωμένων υποκειμένων. Έτσι όπως αποδίδονται οι χαρακτήρες βλέπουμε μια οικογένεια που διαπερνά τα διαδοχικά στρώματα προφάσεων, δικαιολογιών και ψευδαισθήσεων φτάνοντας στην ανθρώπινη παρόρμηση· δίχως η οικογένεια αυτή να λαμβάνει υπόψη της τη ζωική υπόσταση προβάλλοντας τα μυστικά σαν «μίγματα μυστηρίου» μακριά από κάθε ορθολογική έκφανση. Όσον αφορά τη σημειολογία της παράστασης, βλέπουμε να προβάλλονται μέσω προτζέκτορα αποφθέγματα διάφορων γνωστών συγγραφέων, ενώ παράλληλα προβάλλονται συνεχώς ονόματα ποιητών και διανοούμενων στον τοίχο εν είδει ψυχολογικής συμπερίληψης (του Έντμοντ και κατ΄επέκταση του ίδιου του Ο΄Νηλ).

Όσον αφορά τους χαρακτήρες, ο Βασίλης Κόκκαλης ως Τζέιμς αποδίδει εξαιρετικά την ψυχαναγκαστική παραμυθία του για τα χρήματα με την απαραίτητη επιτόνιση των σημείων που χρειάζεται ο ρόλος δείχνοντας άλλη μια φορά το ταλέντο του. Η Θεοδώρα Σιάρκου αποδίδει αρκετά επιτυχημένα το παιχνίδι των διακυμάνσεων που επιτάσσει ο ρόλος εικονογραφώντας άριστα τον χαρακτήρα της Μαίρης. Ο Βαγγέλης Παπαγιαννόπουλος ως Τζέιμς Τζούνιορ μένει αρκετά πιστός στη φυσικοποίηση που απειτεί ο ρόλος, βγάζοντας το απαραίτητο νεύρο. Ο Δημήτρης Καρακούσης ως Έντμοντ δείχνει το ταλέντο του καθώς «ασπάζεται» τις διακυμάνσεις του χαρακτήρα με συνεχή εναλλαγή διάθεσης. Τέλος, η Γεωργία Μυλωνά ως Καθλίν κινείται σε αρκετά καλά επίπεδα στο συγκεκριμένο ρόλο αποδίδοντας τις απαραίτητες εκφράσεις.

Στο ενδυματολογικό κομμάτι από τον Θάνο Βόβολη θα λέγαμε πως ταιριάζει η φράση λίθοι πλίνθοι κέραμοι ατάκτως ερριμμένα. Ο ενδυματολόγος βασίστηκε στον μοντερνισμό ως τάση και δεν απέδωσε τη μόδα μιας συγκεκριμένης εποχής. Έτσι, βλέπουμε να υπάρχουν ρούχα που εκτίνονται από το 1910-1930 χωρίς να υπάρχει μια συγκεκριμένη χρονική συνοχή στην απόδοση των ενδυμάτων. Στα σκηνικά ο ίδιος είχε κάνει καλύτερη δουλειά καθώς εκμεταλλεύτηκε τον χώρο αφήνοντας ένα ελαφρύ industrial περιβάλλον, τόσο όσο να δημιουργηθεί μια ελαφριά ανοικείωση και σε συνεργασία με τον σχεδιασμό ήχου από τον Χρύσανθο Χριστοδούλου βοηθούν στην απόδοση των χρονικών στιγμών κατά τη διάρκεια της παράστασης. Στον σχεδιασμό των φωτισμών ο Νίκος Σωτηρόπουλος χρωματίζει σε ικανοποιητικό βαθμό τις στιγμές του έργου.

Συμπερασματικά, ο Γιώργος Ζαμπουλάκης κατανόησε και απέδωσε σε ικανοποιητικό βαθμό την ετερογενή δομή του έργου του Ευγένιου Ο΄Νηλ, προβάλλοντας τις ψυχολογικές αποχρώσεις με πολλαπλές υποδιαιρέσεις εκφάνσεων των προσώπων. Βέβαια δεν έλαβε υπόψη του και τη συμμετρία ανάμεσα στην ερμηνεία και την πρόσληψη του κοινού και αυτό τον οδήγησε σε ένα πλάτιασμα του ιδεολογικού περιβάλλοντος του ρεαλισμού του έργου.


Πρώτη δημοσίευση: tetartopress.gr (31/12/2025)

Ταξίδι Μεγάλης Μέρας Μέσα στη Νύχτα
| Ευγένιος Ο’ Νηλ
Σκηνοθεσία Γιώργος Ζαμπουλάκης
Χώρος Θέατρο Μπάρρυ (Πάτρα)
Πρεμιέρα 20/12/2025
Ταξίδι Μεγάλης Μέρας Μέσα στη Νύχτα
Κείμενο Ευγένιος Ο’ Νηλ
Σκηνοθεσία Γιώργος Ζαμπουλάκης
Χώρος Θέατρο Μπάρρυ (Πάτρα)
Πρεμιέρα 20/12/2025

Άλλες κριτικές

του Δημήτρη Ζαπάντη

Διαβάστε επίσης

Back To Top