Skip to content

Κριτική Θεάτρου

«Το θαύμα»: Η πολιτική διάσταση της κωμωδίας

της Ιωάννας Μπλάτσου

Κριτική Θεάτρου

«Το θαύμα»: Η πολιτική διάσταση της κωμωδίας

της Ιωάννας Μπλάτσου

«Ακόμη και το πιο ασήμαντο πράγμα, /Το φαινομενικά απλό/ να το κοιτάτε με δυσπιστία!/ Να ερευνάτε αν είναι αναγκαίο,/ ιδίως όταν κάτι συνηθίζεται!/ Σας παρακαλούμε με επιμονή/ να μην βρίσκετε φυσιολογικά αυτά που πάντα συμβαίνουν!/ Γιατί τίποτα δεν πρέπει να θεωρείται φυσιολογικό,/ σε τέτοιους καιρούς αιματοχυσίας και αναστάτωσης,/ επιβεβλημένης αταξίας και προσχεδιασμένης αυθαιρεσίας,/ μιας απάνθρωπης πια ανθρωπότητας./ Έτσι ώστε τίποτα να μην θεωρείται ότι δεν μπορεί να αλλάξει», γράφει το 1930 ο Μπέρτολτ Μπρεχτ στο διδακτικό του έργο (Lehrstück) «Η εξαίρεση και ο κανόνας».

Ο Γερμανός δραματουργός, σκηνοθέτης και ποιητής με τα διδακτικά του έργα εκπαίδευε τους συμμετέχοντες στην παράσταση καθώς και το κοινό σχετικά με την κοινωνική αδικία, τη δυναμική και τη δύναμη της συστημικής εξουσίας. Στο συγκεκριμένο σύντομο έργο του, απόσπασμα του οποίου συναντάμε στη διασκευή της Νικολέτας Φιλόσογλου στο «Θαύμα» του Τζουζέπε Μάσα, ο Μπρεχτ αναφέρεται στην εκμετάλλευση των κοινωνικά και οικονομικά αδυνάτων από το παγκόσμιο καπιταλιστικό σύστημα, στο στρεβλό σύστημα δικαιοσύνης που προστατεύει πάντα τους ισχυρούς εφευρίσκοντας συνεχώς νέους νόμους για να νομιμοποιήσει την αδικία και τη βαναυσότητα κατά των ανυπεράσπιστων. Παράλληλα, ωθεί τους θεατές-πολίτες να αντιμετωπίζουν τις εκάστοτε αδικίες ως σοκαριστικά κοινωνικά συμβάντα και όχι ως φυσιολογικές εκδοχές της καθημερινότητας.

Ο Μπρεχτ συναντά την commedia dell’ arte

Το έργο του Τζουζέπε Μάσα, όπως και η σκηνοθετική διδασκαλία της Νικολέτας Φιλόσογλου αρδεύονται από τη μπρεχτική ιδεολογική δεξαμενή, αλλά και από την παράδοση της commedia dell’ arte. Με βασικά χαρακτηριστικά το μαύρο χιούμορ και την κοινωνική σάτιρα των κατοίκων ενός παραθαλάσσιου χωριού, ο Ιταλός συγγραφέας παρουσιάζει μια βαθιά ανθρώπινη, πολιτική, αλληγορία για τη συλλογική μνήμη, την ατομική ευθύνη και την επουλωτική διάσταση της ανθρώπινης αλληλεγγύης. Το έργο γράφτηκε το 2016, όταν πάνω από 4.500 μετανάστες και πρόσφυγες έχασαν τη ζωή τους στη Μεσόγειο καταγράφοντας θλιβερό ρεκόρ και όταν λίγα χρόνια πριν, το 2013, η Ιταλία (Λαμπεντούζα) είχε βρεθεί στο επίκεντρο της παγκόσμιας προσοχής λόγω του πολύνεκρου ναυαγίου 800 μέτρα από τις ακτές της — ένα από τα πιο σοκαριστικά και ιστορικά ορόσημα της προσφυγικής κρίσης στη Μεσόγειο.

Δέκα χρόνια μετά τη συγγραφή του, το έργο παραμένει εφιαλτικά επίκαιρο με τις μετακινήσεις πληθυσμών να συνεχίζονται με αμείωτο ρυθμό (θυμηθείτε τα πρόσφατα γεγονότα στη Θέουτα της Ισπανίας, τις αυξημένες ροές μεταναστών στην Κρήτη και τη Γαύδο τον τελευταίο χρόνο) λόγω των πολέμων, της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης και της κλιματικής αλλαγής, ενώ το αίτημα της αρμονικής συνύπαρξης και της αδιαπραγμάτευτης αλληλεγγύης προς τον «ξένο» παραμένει πιο επιτακτικό από ποτέ. Το «Θαύμα» (Miracolo) έρχεται να μας υπενθυμίσει ότι οι ανθρώπινες ιστορίες της προσφυγιάς, της μετανάστευσης, της αίτησης ασύλου, της αναζήτησης πατρίδας και του δικαιώματος στην αξιοπρέπεια εξακολουθούν να διαμορφώνουν το παρόν μας.

Σε αυτό το κοινωνικό και πολιτικό πλαίσιο, ο Τζουζέπε Μάσα τοποθετεί τους ήρωες του, δύο αδέρφια νεκροθάφτες, τον Αντόνιο και τον Μπερνάρντο, στην ακτή του χωριού τους στην Ιταλία, όπου η θάλασσα έχει ξεβράσει έναν νεκρό πρόσφυγα. Η προφανής πρώτη κίνησή τους θα ήταν να τον θάψουν στο τοπικό νεκροταφείο. Όμως, εκεί έχουν απομείνει μόνο δύο κενές θέσεις, που τις κρατούν για τους εαυτούς τους. Αρχίζουν, λοιπόν, να μηχανεύονται διάφορες λύσεις για να απαλλαγούν από το πτώμα. Να το πετάξουν πίσω στη θάλασσα; Θα το φάνε οι τσιπούρες, στη συνέχεια «θα φάμε τις τσιπούρες και θα είναι σαν να φάγαμε τον πεθαμένο». Να το κάψουν; «Θα πλακώσουν οι πυροσβέστες, θα ανοίξουν το νερό και θα το αφήσουν μισοψημένο». Να το αναστήσουν; «Να το αναστήσουμε». Αλλά πρώτα πρέπει να συγκεντρωθούν. Και μετά να προσευχηθούν. «Ομ, άβε μαρία, dum spiro spero και ντρουμ, ντρουμ, ντρουμ, τα βραχιόλια της βροντούν». Και, ω, του θαύματος, ο νεκρός ανασταίνεται και υπόσχεται ότι θα τους κάνει τη χάρη να φύγει, αλλά θα πρέπει να τον ξεπροβοδήσουν με ένα τραγούδι. Και του τραγουδούν το διάσημο ναπολιτάνικο τραγούδι «Torna a surriento», που μιλά για αποχωρισμό μέσω θαλάσσης και μετά το χαρούμενο «Che la luna». Αλλά σε λίγο ξαναπεθαίνει. Και ξεκινά νέος γύρος ιδεών πώς να τον ξεφορτωθούν. Φυσικά, καμία ιδέα δεν υλοποιείται — θυμίζοντας έντονα το «Περιμένοντας τον Γκοντό», ο νεκρός παραμένει μέσα στο φέρετρό του και οι δύο νεκροθάφτες κάνουν νέα σχέδια — μάλλον μάταια και αυτά — να φύγουν οι ίδιοι, να πάνε στο φεγγάρι, στον Άρη ή στον Κρόνο.

Μια γλυκόπικρη παράσταση

Η Νικολέτα Φιλόσογλου έχει στήσει μία παράσταση ευφρόσυνη και αλέγρα, η οποία αναστοχάζεται τι σημαίνει να είσαι άνθρωπος σε έναν κόσμο που ξεβράζει καθημερινά την οδύνη στις ακτές του και πώς μπορεί να κερδηθεί το στοίχημα της υπέρβασης της αδιαφορίας μας μπροστά στον πόνο του άλλου. Χωρίς περιττά φτιασίδια, στη λιτή αισθητική του Πήτερ Μπρουκ, όπου «το μόνο που χρειάζεται μια σκηνική πράξη για να πραγματωθεί είναι μια άδεια σκηνή, ένας ηθοποιός και ένας θεατής να τον παρακολουθεί», η σκηνοθέτις αναδεικνύει όλα τα ευφάνταστα γκροτέσκα και σουρεαλιστικά στοιχεία του κειμένου, απογειώνοντας τις κωμικοτραγικές καταστάσεις που δημιουργούν οι αντιήρωες του Μάσα.

Σαν σύγχρονοι μπουφώνοι / αμλετικοί νεκροθάφτες / μπεκετικοί Βλάντιμιρ και Έστραγκον / φτωχοδιάβολοι του ιταλικού νεορεαλισμού, το εξαιρετικό δίδυμο των Θανάση Δήμου (Αντόνιο) και Παναγιώτη Παναγόπουλου (Μπερνάρντο) χτίζει μια εκρηκτική σκηνική χημεία με μια σωματική και ψυχική ένταση που καθηλώνει — οι δε φωνητικές τους ικανότητες στο «Torna a surriento» μας άφησαν άφωνους.

Σαν συν της παράστασης, τα ζωηρόχρωμα και συνάμα απέριττα κοστούμια του Φίλιππου Τσιτσόπουλου και οι ιταλικές μουσικές επιλογές της Φιλόσογλου.


Πρώτη δημοσίευση: Το Βήμα (15/9/2026)

«Ακόμη και το πιο ασήμαντο πράγμα, /Το φαινομενικά απλό/ να το κοιτάτε με δυσπιστία!/ Να ερευνάτε αν είναι αναγκαίο,/ ιδίως όταν κάτι συνηθίζεται!/ Σας παρακαλούμε με επιμονή/ να μην βρίσκετε φυσιολογικά αυτά που πάντα συμβαίνουν!/ Γιατί τίποτα δεν πρέπει να θεωρείται φυσιολογικό,/ σε τέτοιους καιρούς αιματοχυσίας και αναστάτωσης,/ επιβεβλημένης αταξίας και προσχεδιασμένης αυθαιρεσίας,/ μιας απάνθρωπης πια ανθρωπότητας./ Έτσι ώστε τίποτα να μην θεωρείται ότι δεν μπορεί να αλλάξει», γράφει το 1930 ο Μπέρτολτ Μπρεχτ στο διδακτικό του έργο (Lehrstück) «Η εξαίρεση και ο κανόνας».

Ο Γερμανός δραματουργός, σκηνοθέτης και ποιητής με τα διδακτικά του έργα εκπαίδευε τους συμμετέχοντες στην παράσταση καθώς και το κοινό σχετικά με την κοινωνική αδικία, τη δυναμική και τη δύναμη της συστημικής εξουσίας. Στο συγκεκριμένο σύντομο έργο του, απόσπασμα του οποίου συναντάμε στη διασκευή της Νικολέτας Φιλόσογλου στο «Θαύμα» του Τζουζέπε Μάσα, ο Μπρεχτ αναφέρεται στην εκμετάλλευση των κοινωνικά και οικονομικά αδυνάτων από το παγκόσμιο καπιταλιστικό σύστημα, στο στρεβλό σύστημα δικαιοσύνης που προστατεύει πάντα τους ισχυρούς εφευρίσκοντας συνεχώς νέους νόμους για να νομιμοποιήσει την αδικία και τη βαναυσότητα κατά των ανυπεράσπιστων. Παράλληλα, ωθεί τους θεατές-πολίτες να αντιμετωπίζουν τις εκάστοτε αδικίες ως σοκαριστικά κοινωνικά συμβάντα και όχι ως φυσιολογικές εκδοχές της καθημερινότητας.

Ο Μπρεχτ συναντά την commedia dell’ arte

Το έργο του Τζουζέπε Μάσα, όπως και η σκηνοθετική διδασκαλία της Νικολέτας Φιλόσογλου αρδεύονται από τη μπρεχτική ιδεολογική δεξαμενή, αλλά και από την παράδοση της commedia dell’ arte. Με βασικά χαρακτηριστικά το μαύρο χιούμορ και την κοινωνική σάτιρα των κατοίκων ενός παραθαλάσσιου χωριού, ο Ιταλός συγγραφέας παρουσιάζει μια βαθιά ανθρώπινη, πολιτική, αλληγορία για τη συλλογική μνήμη, την ατομική ευθύνη και την επουλωτική διάσταση της ανθρώπινης αλληλεγγύης. Το έργο γράφτηκε το 2016, όταν πάνω από 4.500 μετανάστες και πρόσφυγες έχασαν τη ζωή τους στη Μεσόγειο καταγράφοντας θλιβερό ρεκόρ και όταν λίγα χρόνια πριν, το 2013, η Ιταλία (Λαμπεντούζα) είχε βρεθεί στο επίκεντρο της παγκόσμιας προσοχής λόγω του πολύνεκρου ναυαγίου 800 μέτρα από τις ακτές της — ένα από τα πιο σοκαριστικά και ιστορικά ορόσημα της προσφυγικής κρίσης στη Μεσόγειο.

Δέκα χρόνια μετά τη συγγραφή του, το έργο παραμένει εφιαλτικά επίκαιρο με τις μετακινήσεις πληθυσμών να συνεχίζονται με αμείωτο ρυθμό (θυμηθείτε τα πρόσφατα γεγονότα στη Θέουτα της Ισπανίας, τις αυξημένες ροές μεταναστών στην Κρήτη και τη Γαύδο τον τελευταίο χρόνο) λόγω των πολέμων, της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης και της κλιματικής αλλαγής, ενώ το αίτημα της αρμονικής συνύπαρξης και της αδιαπραγμάτευτης αλληλεγγύης προς τον «ξένο» παραμένει πιο επιτακτικό από ποτέ. Το «Θαύμα» (Miracolo) έρχεται να μας υπενθυμίσει ότι οι ανθρώπινες ιστορίες της προσφυγιάς, της μετανάστευσης, της αίτησης ασύλου, της αναζήτησης πατρίδας και του δικαιώματος στην αξιοπρέπεια εξακολουθούν να διαμορφώνουν το παρόν μας.

Σε αυτό το κοινωνικό και πολιτικό πλαίσιο, ο Τζουζέπε Μάσα τοποθετεί τους ήρωες του, δύο αδέρφια νεκροθάφτες, τον Αντόνιο και τον Μπερνάρντο, στην ακτή του χωριού τους στην Ιταλία, όπου η θάλασσα έχει ξεβράσει έναν νεκρό πρόσφυγα. Η προφανής πρώτη κίνησή τους θα ήταν να τον θάψουν στο τοπικό νεκροταφείο. Όμως, εκεί έχουν απομείνει μόνο δύο κενές θέσεις, που τις κρατούν για τους εαυτούς τους. Αρχίζουν, λοιπόν, να μηχανεύονται διάφορες λύσεις για να απαλλαγούν από το πτώμα. Να το πετάξουν πίσω στη θάλασσα; Θα το φάνε οι τσιπούρες, στη συνέχεια «θα φάμε τις τσιπούρες και θα είναι σαν να φάγαμε τον πεθαμένο». Να το κάψουν; «Θα πλακώσουν οι πυροσβέστες, θα ανοίξουν το νερό και θα το αφήσουν μισοψημένο». Να το αναστήσουν; «Να το αναστήσουμε». Αλλά πρώτα πρέπει να συγκεντρωθούν. Και μετά να προσευχηθούν. «Ομ, άβε μαρία, dum spiro spero και ντρουμ, ντρουμ, ντρουμ, τα βραχιόλια της βροντούν». Και, ω, του θαύματος, ο νεκρός ανασταίνεται και υπόσχεται ότι θα τους κάνει τη χάρη να φύγει, αλλά θα πρέπει να τον ξεπροβοδήσουν με ένα τραγούδι. Και του τραγουδούν το διάσημο ναπολιτάνικο τραγούδι «Torna a surriento», που μιλά για αποχωρισμό μέσω θαλάσσης και μετά το χαρούμενο «Che la luna». Αλλά σε λίγο ξαναπεθαίνει. Και ξεκινά νέος γύρος ιδεών πώς να τον ξεφορτωθούν. Φυσικά, καμία ιδέα δεν υλοποιείται — θυμίζοντας έντονα το «Περιμένοντας τον Γκοντό», ο νεκρός παραμένει μέσα στο φέρετρό του και οι δύο νεκροθάφτες κάνουν νέα σχέδια — μάλλον μάταια και αυτά — να φύγουν οι ίδιοι, να πάνε στο φεγγάρι, στον Άρη ή στον Κρόνο.

Μια γλυκόπικρη παράσταση

Η Νικολέτα Φιλόσογλου έχει στήσει μία παράσταση ευφρόσυνη και αλέγρα, η οποία αναστοχάζεται τι σημαίνει να είσαι άνθρωπος σε έναν κόσμο που ξεβράζει καθημερινά την οδύνη στις ακτές του και πώς μπορεί να κερδηθεί το στοίχημα της υπέρβασης της αδιαφορίας μας μπροστά στον πόνο του άλλου. Χωρίς περιττά φτιασίδια, στη λιτή αισθητική του Πήτερ Μπρουκ, όπου «το μόνο που χρειάζεται μια σκηνική πράξη για να πραγματωθεί είναι μια άδεια σκηνή, ένας ηθοποιός και ένας θεατής να τον παρακολουθεί», η σκηνοθέτις αναδεικνύει όλα τα ευφάνταστα γκροτέσκα και σουρεαλιστικά στοιχεία του κειμένου, απογειώνοντας τις κωμικοτραγικές καταστάσεις που δημιουργούν οι αντιήρωες του Μάσα.

Σαν σύγχρονοι μπουφώνοι / αμλετικοί νεκροθάφτες / μπεκετικοί Βλάντιμιρ και Έστραγκον / φτωχοδιάβολοι του ιταλικού νεορεαλισμού, το εξαιρετικό δίδυμο των Θανάση Δήμου (Αντόνιο) και Παναγιώτη Παναγόπουλου (Μπερνάρντο) χτίζει μια εκρηκτική σκηνική χημεία με μια σωματική και ψυχική ένταση που καθηλώνει — οι δε φωνητικές τους ικανότητες στο «Torna a surriento» μας άφησαν άφωνους.

Σαν συν της παράστασης, τα ζωηρόχρωμα και συνάμα απέριττα κοστούμια του Φίλιππου Τσιτσόπουλου και οι ιταλικές μουσικές επιλογές της Φιλόσογλου.


Πρώτη δημοσίευση: Το Βήμα (15/9/2026)

Το θαύμα
| Τζουζέπε Μάσα (Giuseppe Massa)
Σκηνοθεσία Νικολέτα Φιλόσογλου
Χώρος Στοά Αρσακείου
Πρεμιέρα 07/09/2026
Το θαύμα
Κείμενο Τζουζέπε Μάσα (Giuseppe Massa)
Σκηνοθεσία Νικολέτα Φιλόσογλου
Χώρος Στοά Αρσακείου
Πρεμιέρα 07/09/2026

Άλλες κριτικές

της Ιωάννας Μπλάτσου

Διαβάστε επίσης

Back To Top