«Ολη η Ελλάδα ένας πολιτισμός! Εχουν δει θέατρο μέχρι και τα πουρνάρια! […] Παίρνουν τους αρχαίους και τους κάνουν σαν τα μούτρα τους! Μας έχουν τρελάνει!». Οι ατάκες αυτές, μαζί με υπαινιγμούς του τύπου «είδες τον Γερμανό με το δεκάωρο στην Επίδαυρο… Ξέρουν, αγάπη μου, οι Ευρωπαίοι από μέγεθος;», συγκαταλέγονται στις πιο κωμικές στιγμές του «ελληνοπρεπούς μιούζικαλ», όπως χαρακτηρίζουν οι δημιουργοί των κειμένων και των στίχων των τραγουδιών Γεράσιμος Ευαγγελάτος – Δημήτρης Χαλιώτης και ο μουσικός Θέμης Καραμουρατίδης τη νέα επιθεώρηση που σκηνοθέτησε ο Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος με τον τίτλο «Εγώ θα σας τα πω!». Και ο κομπέρ Ζερόμ Καλούτα στο καλωσόρισμα των θεατών προεξαγγέλλει: «Το τόσο παρεξηγημένο είδος μπαίνει σε νέα εποχή!».
Πράγματι η επιθεώρηση, το πιο δημοφιλές είδος θεάτρου με μουσική, δημοφιλέστερο από το κωμειδύλλιο, την όπερα και την οπερέτα, είναι και το μόνο που πολεμήθηκε σφοδρά στην αρχή του 20ού αιώνα. Από τον Γρ. Ξενόπουλο έως τον Φ. Πολίτη κατηγορήθηκε ότι δεν είναι «τέχνη» αλλά «βιομηχανία», ότι δεν είναι «θέατρον» αλλά «καφέ-σαντάν», ζητήθηκε η αποβολή της από το ρεπερτόριο των θιάσων και φυσικά η πορεία της ώς τον 21ο αιώνα, άλλοτε δυναμική και άλλοτε υποτονική, δεν υπήρξε ευθύγραμμη: το πολιτικό σχόλιο εναλλασσόταν με την ακραία βωμολοχία, τη σεξιστική χυδαιολογία ή το γυμνό, με αυξομειώσεις ανάλογες πάντα προς την εμπορική στόχευση των θεατρικών παραγωγών.
Στη σειρά των σοβαρών προσπαθειών αναβίωσης και ανανέωσης του είδους στις εαρινές σκηνές της τελευταίας τετραετίας, το «Εγώ θα σας τα πω!» είναι η πιο αδύναμη. Το «Τι ζούμε ρε;» (2022) της Δ. Παπαδοπούλου και το «Τότε, τώρα, πάντα» (2024) του Στ. Φασουλή απέδειξαν ότι η «αβάσταχτη ελαφρότητα» της επιθεώρησης εξακολουθεί να καλύπτει τον ορίζοντα προσδοκίας ενός ευρύτερου κοινού. Ομως, στο «Εγώ θα σας τα πω!», η πολιτική σάτιρα, που θα έπρεπε να αποτελεί τη ζωτική ύλη του επιθεωρησιακού θεάματος, αναδεικνύεται σε βασική του αδυναμία. Δεν αρκεί η αντιπολιτευτική κριτική στο κυβερνών κόμμα και η γελοιογράφηση του πρωθυπουργού ως κύριου υπευθύνου των δεινών της χώρας· ούτε επαρκούν οι αναφορές στον ΟΠΕΚΕΠΕ, στην ιδιωτικοποίηση του νερού, στη διάλυση του συστήματος υγείας ή στις «πρέσβειρες-superstars που κάνουν διπλωματία στις πίστες» για να προκύψει μια ποιοτική επιθεώρηση. Χρειάζονται αιχμηρός σχολιασμός του πολιτικού συστήματος στο σύνολό του, η κωμική παραμόρφωση προσώπων και καταστάσεων από όλο το φάσμα της πολιτικής ζωής, σε συνδυασμό με τα υπόλοιπα συστατικά του είδους, όπως η σκηνική τυποποίηση των μορφών της, τα χορογραφημένα φαντασμαγορικά διαλείμματα και τα οπτικοακουστικά εφέ. Ακόμη και το εύστοχο νούμερο της «αδιάφθορης» εισαγγελέως που «λιώνει» μπροστά στον υπουργό εξαντλείται στην καρικατούρα αντί να διεισδύσει στη θεσμική υποκρισία την οποία επικαλείται.
Η γελοιογράφηση της διαφθοράς δεν εξελίσσεται σε κριτική των μηχανισμών που την παράγουν. Ακόμη πιο κουραστική είναι η επιμονή στην προσωποποίηση της ατομικής ευθύνης, στην πολιτική ορθότητα, στη non-binary ταυτότητα, στην «ετεροκανονικότητα» και στην «ομπρέλα του queer», ενώ το αδύναμο νούμερο της στρατιωτίνας και ο διδακτικά γραμμένος κομπέρ καταλήγουν σε κοινοτοπίες του τύπου «τον κόσμο θα σώσει η καλοσύνη». Ετσι η συσσώρευση των όρων υποκαθιστά συχνά την κωμική κατασκευή. Στο νούμερο του «αντρίκια και παντελονάτα» πατριώτη, η παλαιά σεξιστική και ομοφοβική χυδαιολογία ξανασερβίρεται με υπαινικτική απρέπεια παρά τις δηλώσεις των συγγραφέων της ότι η βωμολοχία δεν μπορεί να αποτελέσει εργαλείο αυτής της επιθεώρησης. Ισως βέβαια η εκτροπή προς τη βωμολοχία να οφείλεται στην αυτοσχεδιαστική ενέργεια του Δημήτρη Πιατά και στην αδυναμία του να την οριοθετήσει σε στιγμές ακραίου υποκριτικού οίστρου.
Οι σκηνοθετικοί χειρισμοί του Θεοδωρόπουλου, κάπως άνευροι, εξαντλούνται στην τυπική διαδοχή των σκετς, τα χορευτικά περάσματα διαθέτουν κίνηση (Αλέξανδρος Σταυρόπουλος) αλλά όχι γοητεία και τα οπτικοακουστικά εφέ (φωτισμοί: Αποστόλης Κουτσιανικούλης) λειτουργούν ως περιτύλιγμα χωρίς ιδιαίτερη αισθητική πρόταση. Προσεγμένη η σκηνογραφική και ενδυματολογική επιμέλεια της Μαγδαληνής Αυγερινού, προσδίδει μια σύγχρονη όψη στο θέαμα.
Η Ελένη Κοκκίδου είναι ίσως η καθαρότερη παρουσία της παράστασης. Ως εισαγγελέας, αλλά και ως υπερπροστατευτική Ελληνίδα μάνα στο Pride, δίνει ακρίβεια, ρυθμό και υπόσταση σε ρόλους γραμμένους ως περιγράμματα. Ο Δημήτρης Πιατάς διαθέτει την τεχνική για να κρατήσει την τραμπική περσόνα μετέωρη ανάμεσα στη γελοιότητα και στην απειλή. Η Γιούλη Τσαγκαράκη λειτουργεί εύστοχα μαζί με την Κοκκίδου στο εναρκτήριο και καλογραμμένο νούμερο για το δίδυμο των «προδομένων» από τον έρωτα, την τέχνη και την πολιτική πρώην αριστερών γυναικών, αλλά και ως περσόνα-σύμβουλος της Αμερικανίδας πρέσβειρας. Η Σύρμω Κεκέ εκπλήσσει θετικά στην επιθεώρηση, ο Θανάσης Ισιδώρου επίσης εξαιρετικός ως Κυριάκος Μητσοτάκης. Ο Δημήτρης Μακαλιάς έχει άνεση ως κυβερνητικός διαχειριστής των social media και η Μαρία Διακοπαναγιώτου προσφέρει μοναδική υποκριτική ενέργεια στο νούμερο της Eurovision.
Στο σύνολό τους οι ηθοποιοί είναι το θετικό κεφάλαιο της παράστασης. Πετυχαίνουν να περιορίσουν την τυποποίηση και να ενεργοποιήσουν ένα μαζικό κοινό ελάχιστα απαιτητικό κι επιφυλακτικό απέναντι στην επιθεωρησιακή σχηματοποίηση, έντονα όμως κινητικό καθώς απολαμβάνει διαρκώς τα πατατάκια του, τσαλακώνοντας ηχηρά και χωρίς αναστολές το πλαστικό τους περιτύλιγμα.
Πρώτη δημοσίευση: Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ (12/8/2026)


