Skip to content

Κριτική Θεάτρου

«Μήδεια» του Ευριπίδη, σε σκηνοθεσία Nikita Milivojević, στο Θέατρο Βράχων

της Ρέας Γρηγορίου

Κριτική Θεάτρου

Μήδεια, σε σκηνοθεσία Nikita Milivojević

«Μήδεια» του Ευριπίδη, σε σκηνοθεσία Nikita Milivojević, στο Θέατρο Βράχων

της Ρέας Γρηγορίου
Μήδεια, σε σκηνοθεσία Nikita Milivojević

Αδίστακτη και δαιμονική, σκληρή και θανατηφόρος Μήδεια. Η απατημένη μάγισσα που σκότωσε τα παιδιά της για να εκδικηθεί τον Ιάσονα. Ο Ευριπίδης δεν την παραδίδει στην ευκολία της παραφροσύνης. Την αφήνει να «μέδεται», να στοχάζεται, να σχεδιάζει, να αμφιταλαντεύεται και τελικά να επιλέγει. Η Μήδεια είναι ένα πλάσμα μετέωρο: βασιλοπούλα της Κολχίδας, «ξένη» στην Κόρινθο, σύζυγος, ερωμένη, μητέρα και πολιτικά απροστάτευτη ύπαρξη. Για χάρη του Ιάσονα εγκατέλειψε πατέρα, οίκο και πατρίδα. Η προδοσία του δεν αποτελεί μόνο ερωτικό πλήγμα. Διαλύει τον οίκο, ακυρώνει την κοινωνική θέση της και αφαιρεί το μοναδικό έρεισμά της σε μια ξένη πόλη. Oταν ο Κρέων της ανακοινώνει την απόφαση της εξορίας από την Κόρινθο, η απώλεια είναι ολοκληρωτική. Η βασίλισσα γίνεται εξόριστη, η σύζυγος και ερωμένη, εγκαταλελειμμένη γυναίκα και το μέλος μιας πολιτικής κοινότητας μετατρέπεται σε ένα πρόσωπο χωρίς πόλη. Οι ταυτότητές της καταρρέουν η μία μετά την άλλη και συνοψίζονται στον ρόλο της εκδικήτριας. Οι πράξεις της δεν δικαιολογούνται από την ύπαρξη ενεργού ψυχοπαθολογίας. Γνωρίζει τι πρόκειται να κάνει κι έχει επίγνωση ότι καταστρέφοντας τον Ιάσονα, καταστρέφει τον ίδιο της τον εαυτό. Το μένος της, όμως, έχει αποκτήσει τέτοια ένταση, ώστε υπερβαίνει ακόμη και αυτήν την αγάπη της για τα παιδιά της.

Η σκηνοθετική ανάγνωση του Νικίτα Μιλιβόγεβιτς εκκινεί μετά την παιδοκτονία. Η Μήδεια έχει ήδη διαπράξει το έγκλημα και μέσω της μνήμης βιώνει τα στάδια ενός εφιάλτη: έρωτας, μητρότητα, προδοσία, εξορία, εκδίκηση. Η δραματουργική αφετηρία εγκαταλείπει τη γραμμική αφήγηση, αλλά αποδυναμώνει την ευριπίδεια ανάπτυξη του μύθου ως προς τις αποφάσεις, τα διλήμματα και τις υπαναχωρήσεις της ηρωίδας. Η σκηνογραφία του Σωτήρη Μελανού προσφέρει αρχικά μια ισχυρή οπτική εικόνα. Στο κέντρο, ένας μεγάλος κυκλικός σχηματισμός περιβάλλεται από κόκκινες πόρτες και στο εσωτερικό του επικρατεί το μαύρο χρώμα, παραπέμποντας σε στάχτη, σε φίδια, σε καμένη γη. Οι πόρτες λειτουργούν ως περάσματα ανάμεσα στο παρελθόν και στο παρόν και ο σκοτεινός κύκλος γίνεται τόπος εγκλωβισμού στο τραγικό αδιέξοδο.

Η παράσταση, ωστόσο, επιβαρύνεται από πληθώρα σκηνοθετικών ευρημάτων και συμβόλων, που δεν πετυχαίνουν πάντοτε να συγκροτήσουν μια ενιαία σκηνική γλώσσα. Σειρήνες περιπολικών ή ασθενοφόρων, κόκκινο μπαλόνι, καρουζέλ, παιδικά αρκουδάκια, ακορντεόν, η μάσκα του λύκου, το χρυσό χέρι του Κρέοντα: τα σημεία πολλαπλασιάζονται, χωρίς να προκύπτει πάντοτε ένας επαρκής δραματουργικός λόγος για την παρουσία τους.

Αντίστοιχο δραματουργικό κόστος έχει η μεταμόρφωση του Χορού των γυναικών της Κορίνθου. Οι εντυπωσιακές μάσκες του Νικόλα Παπαδόπουλου δημιουργούν ένα ζωόμορφο, παγανιστικό σώμα από φαντάσματα, Ερινύες και προσωποποιημένες τύψεις. Το γυναικείο σώμα της πόλης που αναγνωρίζει την αδικία εις βάρος της ξένης, συμμερίζεται την οργή της, αλλά φρίττει μπροστά στην παιδοκτονία, γίνεται δαίμονας του ψυχισμού της Μήδειας και η πόλη εξαφανίζεται. Eνα δράμα για την ξενότητα, την ανδρική εξουσία και τον αποκλεισμό από την πολιτική κοινότητα εσωτερικεύεται μόνον ως ατομικός εφιάλτης. Και τα σκηνοθετικά δάνεια, επίσης εμφανή: αντιπαράθεση των προσώπων πάνω στην κυκλική επιφάνεια (Ράσε) και το γεωργιανό μοιρολόι της Μαριάμ Ρουχάτζε (Τερζόπουλος). Μέσα σε αυτήν τη σκηνοθετική συμφόρηση, οι ηθοποιοί επαναφέρουν όσα τα σύμβολα συχνά σκεπάζουν: την ανθρώπινη αντίφαση, την ευθύνη και τον τρόμο της συνειδητής πράξης.

Η Καρυοφυλλιά Καραμπέτη κυριαρχεί. Με υποκριτική άνεση, φωνητική ακρίβεια και σωματικό δυναμισμό συνθέτει μια Μήδεια βίαιη και αισθησιακή, πληγωμένη αλλά απολύτως διαυγή. Δεν υποδύεται μια γυναίκα που παραφρόνησε, αλλά εκείνη που σκέφτεται, γνωρίζει και επιλέγει. Στον αποχαιρετισμό των παιδιών, η μητρική τρυφερότητα αντιστέκεται μέχρι την τελευταία στιγμή στην εκδικητική βούληση. Η Μήδεια αποκτά το τραγικό της μέγεθος, επειδή η Καραμπέτη δεν της επιτρέπει ούτε να απαλλαγεί από την ευθύνη ούτε να στερηθεί την οδύνη. Ιδιαίτερα καλή και η σκηνική χημεία της με τον Ιάσονα του Λάζαρου Γεωργακόπουλου. Σκιαγραφεί έναν άνδρα ψυχρό και ιδιοτελή, χωρίς να τον εγκλωβίζει στην επίπεδη εκδοχή του αλαζόνα. Οι παρεκκλίσεις του προς το συναίσθημα επιτρέπουν να διαφανεί η ανθρώπινη ρωγμή πίσω από τον πραγματισμό του. Η Ρένη Πιττακή στον ρόλο της Τροφού, με μέτρο, τρυφερότητα και εσωτερικότητα δημιουργεί ένα πρόσωπο που λειτουργεί ως ανθρώπινο αντίβαρο στη βιαιότητα του κόσμου που περιβάλλει τη Μήδεια. Σέρνοντας στο τέλος το ομοίωμα του διαλυμένου οίκου, επαναφέρει το αναπάντητο «γιατί να γίνουν όλα αυτά;». Ο Aρης Λεμπεσόπουλος κατορθώνει να διασώσει τον Κρέοντα από το επιδεικτικό χρυσό χέρι, ένα υπερβολικά εύκολο σήμα εξουσίας, ενώ αξιοσημείωτη είναι η κινησιολογική εργασία της Αμάλια Μπένετ. Συμβάλλει αποφασιστικά στη σωματικότητα και στην ενέργεια του σκηνικού συνόλου.

Η Μήδεια στο φινάλε δεν διαφεύγει με το άρμα του Hλιου, δεν υπερβαίνει την ανθρώπινη κατάσταση, δεν αποθεώνεται. Θάβεται στη γη και παραμένει στις στάχτες της φωτιάς, της εκδίκησης, της οδύνης. Η κάθαρση μετατρέπεται σε συνύπαρξη με τις τύψεις και το τραύμα της. Το εικαστικό σύμπαν της παράστασης έχει στιγμές αναμφισβήτητης δύναμης. Η διασκευή, παρά τις ενστάσεις ως προς την ερμηνεία, παραμένει έως το τέλος συνεπής στην εστίαση του προσωπικού εφιάλτη. Η σκηνοθεσία, όμως, δεν αρκείται σε αυτά. Προσθέτει διαρκώς εικόνες, αντικείμενα, ήχους και σύμβολα, σαν να φοβάται τη λιτότητα και κυρίως τη σιωπή.

 


Πρώτη δημοσίευση: Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ (9/9/2026)

Αδίστακτη και δαιμονική, σκληρή και θανατηφόρος Μήδεια. Η απατημένη μάγισσα που σκότωσε τα παιδιά της για να εκδικηθεί τον Ιάσονα. Ο Ευριπίδης δεν την παραδίδει στην ευκολία της παραφροσύνης. Την αφήνει να «μέδεται», να στοχάζεται, να σχεδιάζει, να αμφιταλαντεύεται και τελικά να επιλέγει. Η Μήδεια είναι ένα πλάσμα μετέωρο: βασιλοπούλα της Κολχίδας, «ξένη» στην Κόρινθο, σύζυγος, ερωμένη, μητέρα και πολιτικά απροστάτευτη ύπαρξη. Για χάρη του Ιάσονα εγκατέλειψε πατέρα, οίκο και πατρίδα. Η προδοσία του δεν αποτελεί μόνο ερωτικό πλήγμα. Διαλύει τον οίκο, ακυρώνει την κοινωνική θέση της και αφαιρεί το μοναδικό έρεισμά της σε μια ξένη πόλη. Oταν ο Κρέων της ανακοινώνει την απόφαση της εξορίας από την Κόρινθο, η απώλεια είναι ολοκληρωτική. Η βασίλισσα γίνεται εξόριστη, η σύζυγος και ερωμένη, εγκαταλελειμμένη γυναίκα και το μέλος μιας πολιτικής κοινότητας μετατρέπεται σε ένα πρόσωπο χωρίς πόλη. Οι ταυτότητές της καταρρέουν η μία μετά την άλλη και συνοψίζονται στον ρόλο της εκδικήτριας. Οι πράξεις της δεν δικαιολογούνται από την ύπαρξη ενεργού ψυχοπαθολογίας. Γνωρίζει τι πρόκειται να κάνει κι έχει επίγνωση ότι καταστρέφοντας τον Ιάσονα, καταστρέφει τον ίδιο της τον εαυτό. Το μένος της, όμως, έχει αποκτήσει τέτοια ένταση, ώστε υπερβαίνει ακόμη και αυτήν την αγάπη της για τα παιδιά της.

Η σκηνοθετική ανάγνωση του Νικίτα Μιλιβόγεβιτς εκκινεί μετά την παιδοκτονία. Η Μήδεια έχει ήδη διαπράξει το έγκλημα και μέσω της μνήμης βιώνει τα στάδια ενός εφιάλτη: έρωτας, μητρότητα, προδοσία, εξορία, εκδίκηση. Η δραματουργική αφετηρία εγκαταλείπει τη γραμμική αφήγηση, αλλά αποδυναμώνει την ευριπίδεια ανάπτυξη του μύθου ως προς τις αποφάσεις, τα διλήμματα και τις υπαναχωρήσεις της ηρωίδας. Η σκηνογραφία του Σωτήρη Μελανού προσφέρει αρχικά μια ισχυρή οπτική εικόνα. Στο κέντρο, ένας μεγάλος κυκλικός σχηματισμός περιβάλλεται από κόκκινες πόρτες και στο εσωτερικό του επικρατεί το μαύρο χρώμα, παραπέμποντας σε στάχτη, σε φίδια, σε καμένη γη. Οι πόρτες λειτουργούν ως περάσματα ανάμεσα στο παρελθόν και στο παρόν και ο σκοτεινός κύκλος γίνεται τόπος εγκλωβισμού στο τραγικό αδιέξοδο.

Η παράσταση, ωστόσο, επιβαρύνεται από πληθώρα σκηνοθετικών ευρημάτων και συμβόλων, που δεν πετυχαίνουν πάντοτε να συγκροτήσουν μια ενιαία σκηνική γλώσσα. Σειρήνες περιπολικών ή ασθενοφόρων, κόκκινο μπαλόνι, καρουζέλ, παιδικά αρκουδάκια, ακορντεόν, η μάσκα του λύκου, το χρυσό χέρι του Κρέοντα: τα σημεία πολλαπλασιάζονται, χωρίς να προκύπτει πάντοτε ένας επαρκής δραματουργικός λόγος για την παρουσία τους.

Αντίστοιχο δραματουργικό κόστος έχει η μεταμόρφωση του Χορού των γυναικών της Κορίνθου. Οι εντυπωσιακές μάσκες του Νικόλα Παπαδόπουλου δημιουργούν ένα ζωόμορφο, παγανιστικό σώμα από φαντάσματα, Ερινύες και προσωποποιημένες τύψεις. Το γυναικείο σώμα της πόλης που αναγνωρίζει την αδικία εις βάρος της ξένης, συμμερίζεται την οργή της, αλλά φρίττει μπροστά στην παιδοκτονία, γίνεται δαίμονας του ψυχισμού της Μήδειας και η πόλη εξαφανίζεται. Eνα δράμα για την ξενότητα, την ανδρική εξουσία και τον αποκλεισμό από την πολιτική κοινότητα εσωτερικεύεται μόνον ως ατομικός εφιάλτης. Και τα σκηνοθετικά δάνεια, επίσης εμφανή: αντιπαράθεση των προσώπων πάνω στην κυκλική επιφάνεια (Ράσε) και το γεωργιανό μοιρολόι της Μαριάμ Ρουχάτζε (Τερζόπουλος). Μέσα σε αυτήν τη σκηνοθετική συμφόρηση, οι ηθοποιοί επαναφέρουν όσα τα σύμβολα συχνά σκεπάζουν: την ανθρώπινη αντίφαση, την ευθύνη και τον τρόμο της συνειδητής πράξης.

Η Καρυοφυλλιά Καραμπέτη κυριαρχεί. Με υποκριτική άνεση, φωνητική ακρίβεια και σωματικό δυναμισμό συνθέτει μια Μήδεια βίαιη και αισθησιακή, πληγωμένη αλλά απολύτως διαυγή. Δεν υποδύεται μια γυναίκα που παραφρόνησε, αλλά εκείνη που σκέφτεται, γνωρίζει και επιλέγει. Στον αποχαιρετισμό των παιδιών, η μητρική τρυφερότητα αντιστέκεται μέχρι την τελευταία στιγμή στην εκδικητική βούληση. Η Μήδεια αποκτά το τραγικό της μέγεθος, επειδή η Καραμπέτη δεν της επιτρέπει ούτε να απαλλαγεί από την ευθύνη ούτε να στερηθεί την οδύνη. Ιδιαίτερα καλή και η σκηνική χημεία της με τον Ιάσονα του Λάζαρου Γεωργακόπουλου. Σκιαγραφεί έναν άνδρα ψυχρό και ιδιοτελή, χωρίς να τον εγκλωβίζει στην επίπεδη εκδοχή του αλαζόνα. Οι παρεκκλίσεις του προς το συναίσθημα επιτρέπουν να διαφανεί η ανθρώπινη ρωγμή πίσω από τον πραγματισμό του. Η Ρένη Πιττακή στον ρόλο της Τροφού, με μέτρο, τρυφερότητα και εσωτερικότητα δημιουργεί ένα πρόσωπο που λειτουργεί ως ανθρώπινο αντίβαρο στη βιαιότητα του κόσμου που περιβάλλει τη Μήδεια. Σέρνοντας στο τέλος το ομοίωμα του διαλυμένου οίκου, επαναφέρει το αναπάντητο «γιατί να γίνουν όλα αυτά;». Ο Aρης Λεμπεσόπουλος κατορθώνει να διασώσει τον Κρέοντα από το επιδεικτικό χρυσό χέρι, ένα υπερβολικά εύκολο σήμα εξουσίας, ενώ αξιοσημείωτη είναι η κινησιολογική εργασία της Αμάλια Μπένετ. Συμβάλλει αποφασιστικά στη σωματικότητα και στην ενέργεια του σκηνικού συνόλου.

Η Μήδεια στο φινάλε δεν διαφεύγει με το άρμα του Hλιου, δεν υπερβαίνει την ανθρώπινη κατάσταση, δεν αποθεώνεται. Θάβεται στη γη και παραμένει στις στάχτες της φωτιάς, της εκδίκησης, της οδύνης. Η κάθαρση μετατρέπεται σε συνύπαρξη με τις τύψεις και το τραύμα της. Το εικαστικό σύμπαν της παράστασης έχει στιγμές αναμφισβήτητης δύναμης. Η διασκευή, παρά τις ενστάσεις ως προς την ερμηνεία, παραμένει έως το τέλος συνεπής στην εστίαση του προσωπικού εφιάλτη. Η σκηνοθεσία, όμως, δεν αρκείται σε αυτά. Προσθέτει διαρκώς εικόνες, αντικείμενα, ήχους και σύμβολα, σαν να φοβάται τη λιτότητα και κυρίως τη σιωπή.

 


Πρώτη δημοσίευση: Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ (9/9/2026)

Μήδεια
| Ευριπίδης (Euripides)
Σκηνοθεσία Nikita Milivojević
Χώρος Θέατρο Βράχων «Μελίνα Μερκούρη»
Πρεμιέρα 05/07/2026
Μήδεια
Κείμενο Ευριπίδης (Euripides)
Σκηνοθεσία Nikita Milivojević
Χώρος Θέατρο Βράχων «Μελίνα Μερκούρη»
Πρεμιέρα 05/07/2026

Άλλες κριτικές

της Ρέας Γρηγορίου

Διαβάστε επίσης

Back To Top