«Πέρα από τον μετεωρισμό μέσα στις απαρηγόρητες και βουβές συγκινήσεις μας, η ζωή δεν είναι παρά ένας πάταγος σε έναν χώρο χωρίς συντεταγμένες, και το σύμπαν μια γεωμετρία που έχει χτυπηθεί από επιληψία» γράφει ο ρουμάνος φιλόσοφος Εμίλ Σιοράν στο δοκίμιό του «Στοχασμοί». Αυτή η συνθήκη του ανελέητου, σκληρού μετεωρισμού και της ασύμμετρης γεωμετρίας του ανθρώπινου βίου καθορίζει όλα τα πρόσωπα στον «Γλάρο» του Αντον Τσέχοφ.
Οι ψυχικές ταλαντεύσεις τους, οι αέναες ματαιώσεις τους, η αναπόδραστη ομφαλοσκόπησή τους και το συνθλιπτικό αίσθημα του ανεκπλήρωτου σκιαγραφούν όλους τους χαρακτήρες του τσεχοφικού σύμπαντος, αποτελώντας τους βασικούς αρμούς της δραματουργικής δομής του.
Ο Τσέχοφ, όμως, εδώ γράφει μία «Κωμωδία σε τέσσερις πράξεις», όπως είναι ο υπότιτλος του έργου του, ταυτιζόμενος με την κατά Μιχαήλ Μπαχτίν θεώρηση περί της «σπουδαιογελοιότητας της ανθρώπινης ύπαρξης» και όλων των εκφάνσεών της – της τέχνης μη εξαιρουμένης. Καθόλου τυχαία, σε αυτό το αυτοαναφορικό έργο του ρώσου δραματουργού, κεντρικοί χαρακτήρες είναι η Αρκάντινα, μία μεγάλη καταξιωμένη ηθοποιός, η Νίνα, μία νεαρή κοπέλα που ονειρεύεται να γίνει ηθοποιός, ο Τριγκόριν, ένας διάσημος συγγραφέας, και ο Τρέπλιεφ, ένας νεαρός επίδοξος θεατρικός συγγραφέας. Καθόλου τυχαία, επίσης, οι παθιασμένοι, σπινθηροβόλοι διάλογοι είναι γεμάτοι με στομφώδεις δηλώσεις περί ζωής και τέχνης, δηλώσεις οι οποίες, όσο βαρύνουσες μπορεί να ακούγονται, άλλο τόσο μπορεί κανείς να γελάσει μαζί τους. Οι τσεχοφικοί ήρωες παίρνουν τον εαυτό τους υπερβολικά στα σοβαρά, δραματοποιούν τα πάντα, υποφέρουν για ασήμαντα πράγματα και αδυνατούν να δουν πέρα από το Εγώ τους.
Δράμα ή κωμωδία;
Από το 1895 που γράφτηκε «Ο Γλάρος» μέχρι σήμερα, δραματολόγοι, σκηνοθέτες και ηθοποιοί ερίζουν για το εάν το συγκεκριμένο έργο πρέπει να ανεβαίνει ως δράμα ή κωμωδία και σε τι αναλογίες. Η πρεμιέρα του έργου το 1896 στο θέατρο Αλεξαντρίνσκι της Αγίας Πετρούπολης ήταν μία ουρανομήκης αποτυχία που τραυμάτισε και κλόνισε την πίστη του Τσέχοφ στη συγγραφή τόσο που ορκίστηκε να μην ξαναγράψει ποτέ πια. Οπως καταθέτει σε μια επιστολή του: «Ακόμα κι αν ζούσα επτακόσια χρόνια, δεν θα έδινα άλλο έργο στο θέατρο. Σε αυτόν τον τομέα είμαι μια αποτυχία». Ευτυχώς, δύο χρόνια αργότερα, το 1898, οι σκηνοθέτες Βλαντίμιρ Νεμίροβιτς-Νταντσένκο και Κονσταντίν Στανισλάφσκι, που ίδρυσαν εκείνο το έτος το περίφημο Θέατρο Τέχνης της Μόσχας, τον έπεισαν να τους δώσει τον «Γλάρο» του για το νεοσύστατο θέατρό τους. Η παράσταση έτυχε θριαμβευτικής υποδοχής από κοινό και κριτικούς, ο Τσέχοφ ανασυντάχτηκε και έγραψε τα επόμενα μεγάλα αριστουργήματά του, τον «Θείο Βάνια», τις «Τρεις αδελφές» και τον «Βυσσινόκηπο». Επίσης, λόγω της τεράστιας επιτυχίας του έργου, το Θέατρο Τέχνης της Μόσχας υιοθέτησε τον γλάρο ως επίσημο έμβλημά του.
Όμως, παρά την απήχηση της παράστασης, ήταν μνημειώδης η διαφωνία ανάμεσα στον Τσέχοφ και τον Στανισλάφσκι για το αν ο «Γλάρος» είναι κωμωδία ή δράμα. Ο μεν συγγραφέας του επέμενε ότι έγραψε μία ειρωνική, γκροτέσκα κωμωδία, που δεν παράγει φυσικά εύκολο γέλιο, ο δε σκηνοθέτης του το αντιμετώπισε ως σκοτεινό ψυχολογικό δράμα, δίνοντας έμφαση στη θλίψη των χαρακτήρων. Όταν ο Τσέχοφ έβλεπε τις πρόβες και τις παραστάσεις του Στανισλάφσκι, δήλωνε εξοργισμένος ότι ο σκηνοθέτης «κατέστρεψε το έργο» του και αντιμετώπισε μονοδιάστατα τους χαρακτήρες του. Η διάσημη αυτή καλλιτεχνική σύγκρουση είχε ως απότοκο αυτό που σήμερα ονομάζουμε «τσεχοφικό ιδίωμα». Τα έργα του Τσέχοφ και «Ο Γλάρος» εν προκειμένω είναι ένα έργο όπου το τραγικό και το κωμικό συνυπάρχουν, όπως στην πραγματική ζωή. Οι άνθρωποι γονατίζουν με τις αποτυχίες τους και πλαντάζουν για τις ανεπάρκειές τους, αλλά ταυτόχρονα αυτές οι συναισθηματικές εκδηλώσεις μπορεί να φαίνονται γελοίες στον περίγυρό τους.
Θέατρο μέσα στο θέατρο
Η σκηνοθετική ανάγνωση της Ζωής Ξανθοπούλου ισορροπεί, τις περισσότερες φορές αριστοτεχνικά, ανάμεσα στο τραγικό και το ευτράπελο των σκηνικών καταστάσεων, αναδεικνύοντας το πικρό χιούμορ του ρώσου συγγραφέα, καθώς και την τσεχοφική ιλαροτραγικότητα της καθημερινής πλήξης και των υπαρξιακών αδιεξόδων των χαρακτήρων. Δίνοντας στην παράστασή της τον υπότιτλο εργασίας «Σε λίγο αρχίζει η παράσταση», ενθέτει, πολύ έξυπνα και πολύ απελευθερωτικά, το έργο στο σύνολό του μέσα σε ένα πλαίσιο πραγματικής πρόβας των ηθοποιών της, ακολουθώντας την ανοιχτή δραματουργική δομή του τσεχοφικού κειμένου. Ομως, ενώ η σκηνοθετική σύνθεση είναι συνεπής μέσα στην επιτελεστική ανοιχτότητά της μέχρι και το τέλος της τρίτης πράξης του έργου, στην τέταρτη και τελευταία πράξη χάνεται ο δραματουργικός άξονας και οι τρεις άξιοι ηθοποιοί, στους οποίους έχουν μοιραστεί όλοι οι ρόλοι του έργου, μοιάζουν ερριμμένοι και ακαθοδήγητοι σε ένα ανοίκειο περιβάλλον.
Η έμπειρη Δέσποινα Κούρτη είναι μια απολαυστική, εγωκεντρική, φιλάρεσκη σταρ του θεάτρου (Αρκάντινα), με παντελή έλλειψη ενσυναίσθησης προς τους άλλους, ακόμα και προς τον γιο της Τρέπλιεφ, προσκολλημένη στο παρελθόν και τις παλιές θεατρικές φόρμες, ενώ η Νίνα της (η εύθραυστη νεαρή ηθοποιός) είναι μάλλον θολή.
Ο εύπλαστος Γιώργος Παπαπαύλου συνθέτει έναν απειλητικά γοητευτικό Τριγκόριν και έναν απολαυστικά φοβικό Σόριν, ενώ ο χαρισματικός Βασίλης Ζαφειρόπουλος παίζει πάντα με κατακτημένη ερμηνευτική ισορροπία στο μεταίχμιο παράστασης-πρόβας, πρόβας-παράστασης, πλάθοντας έναν καθηλωτικά απεγνωσμένο όσο και οριακά παραπλανημένο Τρέπλιεφ που αναζητά «νέες φόρμες» στην τέχνη, απορρίπτοντας το παλιό κατεστημένο και τις παρωχημένες ιδέες, για να συνειδητοποιήσει λίγο πριν το μοιραίο τέλος του ότι το παν είναι «να γράφεις χωρίς να σκέφτεσαι τις φόρμες, να γράφεις επειδή αυτό χύνεται ελεύθερα από την ψυχή σου».
Η σκηνογραφική πλαισίωση της παράστασης δεν περιλαμβάνει το κλασικό κτήμα του Σόριν, του αδερφού της Αρκάντινα, με την επιβλητική λίμνη, η οποία φωτίζεται από το φως του φεγγαριού. Ο Βασίλης Αποστολάτος, ακολουθώντας τη μεταθεατρική σκηνοθετική γραμμή, σχεδίασε έναν -μάλλον πρόχειρο στην εκτέλεσή του- σκουπιδότοπο, για να εγκιβωτίσει τη λογική της θεάτρου εν θεάτρω σκηνικής επιτέλεσης. Ισως το παραστατικό διακύβευμα να πλαισιωνόταν πιο λειτουργικά από ένα μη-σκηνικό πιο προσεγμένα αφαιρετικό.
Τέλος, ο μουσικός επί σκηνής Τάσος Μισυρλής μοιάζει να παίζει στις νότες του τις λέξεις του Εμίλ Σιοράν, «Η ζωή αποσυντίθεται ανά πάσα στιγμή. Είναι μια μονότονη απώλεια φωτός, μια ανούσια διάλυση μέσα στη νύχτα, χωρίς σκήπτρα, χωρίς φωτοστέφανα, χωρίς στεφάνια».
Πρώτη δημοσίευση: ΤΟ ΒΗΜΑ (6/10/2026)


