Γενικά, η διαφωνία στο θέατρο είναι ό,τι καλύτερο μπορεί να συμβεί σε μια παράσταση.
Γιατί φανταστείτε πόσο βαρετός χώρος θα ήταν το θέατρο αν όλοι συμφωνούσαμε.
Φανταστείτε αν όλοι ασπάζονταν τα ίδια αισθητικά ή ιδεολογικά κριτήρια.
Αν όλοι αντιδρούσαν με τον ίδιο τρόπο.
Αν μετά από μια παράσταση, σε μια παρέα, όλοι έλεγαν «ναι» και πουθενά δεν ακουγόταν ένα «όχι».
Τη στιγμή που η εποχή μας οδεύει ολοταχώς προς μια επικίνδυνη ομογενοποίηση — στη γραφή, στη σκέψη, στις αντιδράσεις, ακόμη και στον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε τι αξίζει να βλέπουμε και τι όχι — το θέατρο, ή μάλλον ένα ολοένα και μικρότερο κομμάτι του, εξακολουθεί να αντιστέκεται.
Το πόσο ακόμη δεν μπορούμε να το πούμε με βεβαιότητα.
Τα μέτωπα, πάντως, δείχνουν να λιγοστεύουν. Και ο χρόνος το ίδιο.
Δείτε πώς εξαφανίζονται σιγά σιγά οι μικρές ομάδες, οι κυψέλες πειραματισμού και δοκιμής, εκεί όπου κάποτε μπορούσε να γεννηθεί κάτι που δεν ήξερε ακόμη αν θα πετύχει.
Δείτε πόσα θέατρα στην Αθήνα έχουν συγκεντρωθεί στα χέρια λίγων ισχυρών επιχειρηματικών οργανισμών. Σκεφτείτε τι μπορεί να σημαίνει αυτό για τη γενικότερη φυσιογνωμία του θεάτρου.
Αναλογιστείτε πώς η επιχειρηματική λογική εισχωρεί ραγδαία στον χώρο και, μαζί της, η ανάγκη να σταθμίζονται και να αξιολογούνται τα πάντα με όρους αποδοχής, κατανάλωσης, εισιτηρίων, προβολής, «επιτυχίας», sold out κ.ο.κ.
Και αν θέλετε χειροπιαστές αποδείξεις, δείτε πόσο εύκολα γεμίζουν οι αίθουσες στην Αθήνα και στη Θεσσαλονίκη (και όχι μόνο) όταν στη μαρκίζα φιγουράρουν ονόματα γνωστά από την τηλεόραση ή πρόσωπα που έχουν ήδη καθιερωθεί και πόσο ζορίζονται τα μικρά θέατρα που πασχίζουν να κάνουν κάτι αλλιώτικο.
Δεν είναι ασφαλώς κακό να γεμίζει μια αίθουσα. Το αντίθετο. Το ερώτημα είναι “τι ακριβώς επιβραβεύουμε όταν γεμίζει” και τι ακριβώς αποθαρρύνουμε όταν μένει άδεια?
Γιατί αν το μόνο ασφαλές κριτήριο είναι το ήδη γνωστό όνομα, τότε το θέατρο κινδυνεύει να γίνει ένας μηχανισμός επιβεβαίωσης όσων ήδη γνωρίζουμε, αντί ένας χώρος γνωριμίας με όσα ακόμη δεν γνωρίζουμε.
Και όταν η αγορά αρχίζει να αποφασίζει μόνη της τι αξίζει να υπάρχει, τότε το ρίσκο γίνεται σχεδόν είδος πολυτελείας.
«History of Love» / Agrupación Señor Serrano
Η παράσταση «History of Love» της ισπανικής ομάδας *Agrupación Señor Serrano*, που παρουσιάστηκε στο Φεστιβάλ Δημητρίων, στο Θέατρο Αυλαία, εμπίπτει ακριβώς σε αυτή τη λογική της αναζήτησης του διαφορετικού.
Και είναι λυπηρό μια πόλη όπως η Θεσσαλονίκη με τόσο μεγάλο φοιτητικό πληθυσμό, μια κατεξοχήν νεανική πόλη, να δυσκολεύεται να γεμίσει μια αίθουσα 200 θέσεων.
Πού πάνε άραγε όλοι αυτοί οι νέοι;
Αλλά και οι καλλιτέχνες της πόλης; Πόσο συχνά εμφανίζονται ως θεατές σε παραστάσεις στις οποίες δεν συμμετέχουν οι ίδιοι ή στις οποίες δεν πρωταγωνιστεί κάποιο αναγνωρίσιμο πρόσωπο;
Τέλος πάντων. Αυτό σηκώνει μια άλλη συζήτηση.
Στο διά ταύτα. Η παράσταση, για την ακρίβεια περφόρμανς.
Θαύμασα τον διάλογο και τη διάδραση ανάμεσα στο σώμα και την τεχνολογία. Όχι όμως την τεχνολογία ως εντυπωσιακό εφέ ή ως κάτι που απλώς εισβάλλει στη σκηνή για να την εκσυγχρονίσει.
Αυτό που με γοήτευσε ήταν ο τρόπος με τον οποίο η τεχνολογία γίνεται δραματουργικό και υποκριτικό εργαλείο και, τελικά, μεταβάλλει τον ίδιο τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε το σώμα, την εικόνα, την παρουσία και την απουσία, το ζωντανο και το διαμεσολαβημένο.
Όλα βρίσκονται σε μια συνεχή ροή που εκ των πραγμάτων αλλάζει διαρκώς τις γωνίες θέασης και κατανόησης. Μέσα σε αυτό τον ανοίκειο κόσμο, το πραγματικό σώμα μεταμορφώνεται, χάνει και ξαναβρίσκει τα όριά του, παλεύει να δισφαλίσει τη θέση του. Κάτι που βρήκα ιδιαίτερα ενδιαφέρον σε μια παράσταση που μιλά για την αγάπη, τον έρωτα.
Γιατί τι άλλο είναι αυτό το συναίσθημα, αν όχι μια διαρκής αναστάτωση της ταυτότητας, του “Είναι”; Μια κατάσταση στην οποία το «εγώ» παύει να είναι τόσο σταθερό όσο νόμιζε.
Μέσα στο ποδοβολητό των μετακινούμενων σκηνικών σημειων το σώμα, η επιθυμία, η φαντασίωση, η μνήμη, και η εικόνα που έχουμε για τον εαυτό μας μπλέκονται διαρκώς.
Υπ’ αυτή την έννοια, η πανταχού παρούσα τεχνολογία δεν λειτουργεί εδώ απλώς ως σκηνικό μέσο. Γίνεται μεταφορά για τον ίδιο τον έρωτα. Συνεχως κοντά και τόσο μακριά. Έρωτας πιθανό και συνάμα απίθανος. Πραγματικότητα και ταυτόχρονα φαντασίωση. Υπόσχεση ακι ακύρωση.
Μια ατέρμονη σκυταλοδρομία συναισθηματων, που με εκπληκτικό τρόπο απέδωσε στα πρώτα λεπτά το close up στο πρόσωπο της ηθοποιού Anna Pérez Moya. Μια εικονα χιλιάδες λέξεις. Ο θρίαμβος της ομιλούσας σιωπής, από μια ταλαντουα ηθοποιό, απόλυτα ενταγμένης στη λογική μιας νέας υποκριτικής.
Συνεχώς έτοιμη να παίξει μπροστά στο κοινό και μπροστά στην κάμερα, έτοιμη να μετακινηθεί από το ένα πεδίο στο άλλο, να διαχειριστείι την τεχνολογία όχι ως ξένο σώμα αλλά ως προέκταση του εαυτού της (των εαυτών της).
Μια υποκριτική που δεν ζητά από την ηθοποιό να ξεχάσει ότι υπάρχει κάμερα. Της ζητά ακριβώς το αντίθετο: να ξέρει ότι υπάρχει και να παίξει μαζί της.
Μου άρεσε η ποιητικότητα, η λυρικότητα και ο πλούτος του λόγου, η μουσικότητά του, οι συνεχείς αναφορές στη «ζούγκλα» του έρωτα: τα πάθη, οι εκρήξεις, το γέλιο, το δράμα, η υπερβολή, η επιθυμία.
Μου άρεσε το μεταμορφωτικό ντελίριο, η ρευστότητα στα πάντα. Η αδυναμία να σταθεροποιηθεί οριστικά ένα νόημα, μια σχέση, μια εικόνα.
Και, μαζί, η αστάθεια του ίδιου του ταξιδιού προς το Ελ Ντοράντο της αγάπης και του έρωτα: η διαρκής αναζήτηση ενός τόπου που ίσως υπάρχει μόνο όσο τον αναζητούμε.
Τελικά αυτό φαίνεται να είναι και το πιο ενδιαφέρον στοιχείο της παράστασης: ότι δεν αντιμετωπίζει την αγάπη ή τον έρωτα ως προορισμό αλλά ως χωροχρονική μετατόπιση σε διαρκή κίνηση. Ως μια κατάσταση όπου τίποτα δεν προλαβαίνει να σταθεροποιηθεί εντελώς.
Η παράσταση, με τον δικό της τρόπο, μοιάζει να λέει ότι τίποτα δεν είναι απολύτως αυτό που φαίνεται.
Και ίσως ακριβώς γι’ αυτό δεν είναι παράξενο που προκάλεσε τόσο διαφορετικές αντιδράσεις στην πλατεία.
Βγαίνοντας, είδα πηγαδάκια με φίλους. Τα είπαμε. Μοιραστήκαμε απόψεις. Ακούσαμε ο ένας τον άλλον. Κάποιοι υπερασπίστηκαν την παράσταση, κάποιοι την αμφισβήτησαν, κάποιοι έμειναν κάπου στη μέση.
Και κάπως έτσι, μέσα σε ένα πηγαδάκι μετά το θέατρο, συνέβη κάτι από τα πιο πολύτιμα που μπορεί να προσφέρει μια παράσταση.
Δεν συμφωνήσαμε. Και αυτό πιστεύω μας κάνει το καλό, το ευεργετικό θέατρο:
Δεν χρειάζεται να βγαίνουμε όλοι από μια παράσταση με την ίδια άποψη.
Χρειάζεται να βγαίνουμε με μια άποψη και να μπορούμε να τη μοιραζόμαστε, να τη δοκιμάζουμε, να τη συγκρίνουμε με τις απόψεις των άλλων.
Γιατί η διαφωνία δεν είναι αποτυχία της τέχνης.
Είναι συχνά η απόδειξη ότι η τέχνη έκανε σωστά τη δουλειά της.
Και η δουλειά της δεν είναι, το ξαναλέω, να μας κάνει να συμφωνούμε.
Είναι να μας κάνει να σκεφτόμαστε.
Να μας βγάζει, έστω και λίγο , από τη θέση που είχαμε πριν μπούμε στην αίθουσα. Δηλαδή, από την ασφάλεια του οικείου.
Τελικά με αυτή την τέχνη διευρύνουμε τους ορίζοντές μας διαφωνώντας.
Πρώτη δημοσίευση: PARALLAXI (7/10/2026)


