Skip to content

Κριτική Θεάτρου

«Οιδίπους Τύραννος» του Σοφοκλή, σε σκηνοθεσία Λούκα Ντε Φούσκο, στο Θέατρο Δάσους

του Σάββα Πατσαλίδη

Κριτική Θεάτρου

«Οιδίπους Τύραννος» του Σοφοκλή, σε σκηνοθεσία Λούκα Ντε Φούσκο, στο Θέατρο Δάσους

του Σάββα Πατσαλίδη

Υπάρχουν παραστάσεις που δεν επιχειρούν να κάνουν τον αρχαίο λόγο «σύγχρονο», αλλά να αποκαλύψουν πόσο σύγχρονος εξακολουθεί να είναι.

Ο «Οιδίποδας» του Luca De Fusco, που παρουσιάστηκε από το Teatro di Roma – Teatro Nazionale στο Θέατρο Δάσους, υπό την αιγίδα της Ένωσης των Θεάτρων της Ευρώπης και με τη φιλοξενία του ΚΘΒΕ, ανήκει σε αυτές τις περιπτώσεις. Μια παράσταση που δεν κοιτάζει τη σοφόκλεια τραγωδία από την απόσταση των αιώνων, αλλά εισχωρεί στον πυρήνα της, εκεί όπου η αναζήτηση της αλήθειας συναντά τη διάλυση της ταυτότητας.

Μια παράσταση με άποψη, αισθητική καθαρότητα και εσωτερική συνοχή. Αποκαλυπτική μέσα στην προσεγμένη λιτότητά της. Μια παράσταση σίγουρη για τον εαυτό της και, ταυτόχρονα, ανοιχτή στις «αβεβαιότητες» του ήρωά της. Μια παράσταση που άξιζε να συναντήσει ένα ευρύτερο κοινό.

Στο κέντρο της τραγικής δοκιμασίας βρίσκεται ο σπουδαίος Ιταλός ηθοποιός Luca Lazzareschi, ένας ερμηνευτής που εδώ και χρόνια συνομιλεί με τον σοφόκλειο ήρωα. Αυτό που εντυπωσιάζει είναι η υποκριτική του οικονομία. Καμία επίδειξη, κανένας στόμφος, καμία περιττή χειρονομία, καμία υστερική κραυγή που τόσο συχνά εκλαμβάνεται, λανθασμένα, ως ένδειξη τραγικού μεγαλείου.

Μικρές μετατοπίσεις στη φωνή, στο βλέμμα, στη στάση του σώματος. Και όμως, μέσα από αυτές τις σχεδόν ανεπαίσθητες μεταβολές γεννιέται ένας ολόκληρος εσωτερικός κόσμος, μια ταραγμένη εσωτερική θάλασσα και, στη μέση της, ένας ταξιδευτής χωρίς πυξίδα.

Δεν πρόκειται για μια παράσταση πάνω στη μοίρα. Είναι μια οδύσσεια σε εσωτερικούς τόπους. Σε μια terra incognita. Μια mise en abyme της ύπαρξης. Ένας καθρέφτης που γεννά έναν ακόμη καθρέφτη, κι άλλον έναν, ώσπου δεν γνωρίζεις πια αν κοιτάζεις τον Οιδίποδα ή τον εαυτό σου μέσα από τον Οιδίποδα.

Σε αυτή την παράσταση η διαδρομή του σοφόκλειου περιπλανητή δεν οδηγεί στη Θήβα. Δεν οδηγεί σε κάποιο καθησυχαστικό τέλος όπου το μυστήριο λύνεται και όλα αποκτούν τη θέση τους. Οδηγεί σε μια συνειρμική δοκιμασία μέσα στα σκοτεινά δωμάτια της μνήμης, όπου κάθε αποκάλυψη δεν φωτίζει, αλλά βαθαίνει το σκοτάδι.

Ένα «Ταξίδι της μέρας μέσα στη νύχτα», για να δανειστώ τον τίτλο της οικογενειακής τραγωδίας του Ο’ Νιλ, εκεί όπου το φως δεν διαλύει τη νύχτα αλλά αποκαλύπτει όσα εκείνη έκρυβε.

Η ευφυΐα της σκηνοθεσίας του De Fusco βρίσκεται ακριβώς εδώ. Δεν σκηνοθετεί μόνο μια τραγωδία· σκηνοθετεί το αόρατο θέατρο του νου. Η σκηνή, εντυπωσιακή μέσα στη γύμνια της —με εξαίρεση την πολυγωνική οθόνη προβολής στο κέντρο της— γίνεται ένας νοητικός χώρος, στα όρια του οποίου οι σκέψεις αποκτούν σώμα και οι εσωτερικές φωνές αποκτούν πρόσωπο.

Γι’ αυτό και το εύρημα να υποδύεται ο Lazzareschi τον Οιδίποδα, τον Τειρεσία, τον Αγγελιοφόρο και τον Υπηρέτη δεν αποτελεί μια δεξιοτεχνική επίδειξη πολλαπλών ρόλων. Είναι η δραματοποίηση μιας εσωτερικής συνομιλίας.

Όλοι αυτοί που συναντά ο ήρωας του Σοφοκλή στο οδοιπορικό του δεν είναι πραγματικά «άλλοι». Είναι οι διαφορετικές φωνές ενός ανθρώπου που συνομιλεί, ίσως για πρώτη φορά, με τον ξένο που κατοικούσε πάντοτε μέσα του.

Και εκεί αρχίζει η πραγματική τραγωδία. Όχι όταν μαθαίνει την αλήθεια —όπως συμβαίνει στο πρωτότυπο— αλλά όταν αντιλαμβάνεται ότι αυτή η άγνωστη φωνή ήταν πάντοτε δική του.

Εδώ ο De Fusco μοιάζει να συνομιλεί περισσότερο με τη φροϋδική έννοια του Das Unheimliche (του ανοίκειου) παρά με την καθιερωμένη ψυχαναλυτική ανάγνωση του οιδιπόδειου συμπλέγματος.

Το ανοίκειο δεν είναι κάτι που εισβάλλει από έξω. Είναι αυτό που υπήρχε ανέκαθεν μέσα μας και επιστρέφει αιφνίδια ως ξένο. Μέσα από αυτό το πρίσμα, ο Οιδίποδας δεν συναντά έναν εχθρό· συναντά την πιο άγνωστη εκδοχή του εαυτού του. Και μαζί της καταρρέει ό,τι μέχρι τότε συγκρατούσε την ύπαρξή του: η αίσθηση συνέχειας, το συνεκτικό κέντρο που κρατούσε ενωμένη την προσωπική του αφήγηση. Με μια σκέψη που θυμίζει τον Paul Ricoeur, εκείνο που διαλύεται δεν είναι μόνο ο άνθρωπος αλλά και η αφηγηματική του ταυτότητα, η ιστορία που αφηγούνταν στον εαυτό του για να μπορεί να υπάρχει ως ένα συνεκτικό πρόσωπο.

Η συμβολή του Alessandro Papa σε αυτή τη σκηνική ανάγνωση είναι καθοριστική. Το βίντεο δεν λειτουργεί ως τεχνολογικός εντυπωσιασμός ούτε ως εικονογράφηση της δράσης. Δημιουργεί ένα δεύτερο σκηνικό επίπεδο, εκεί όπου αποκτούν μορφή τα αόρατα δρώμενα του νου.

Οι προβολές δεν αναπαριστούν τον κόσμο· προβάλλουν τις ρωγμές της μνήμης, τις επιστροφές του απωθημένου, τις σκιές της σκέψης. Κάπως έτσι, το βίντεο γίνεται το ασυνείδητο της σκηνικής δράσης. Η τραγωδία παύει να αφορά αποκλειστικά τη μοίρα. Γίνεται η τραγωδία της ανθρώπινης αυτογνωσίας. Γιατί η συνείδηση δεν είναι ένας ασφαλής τόπος. Είναι ένας αδυσώπητος μηχανισμός αποκάλυψης. Δεν σταματά πριν φτάσει στην αλήθεια, ακόμη κι όταν γνωρίζει πως αυτή η αλήθεια θα διαλύσει εκείνον που την αναζητά.

Και ίσως εδώ βρίσκεται η βαθύτερη φιλοσοφική πρόταση της συγκεκριμένης παράστασης. Ο Οιδίποδας δεν συντρίβεται επειδή μαθαίνει ποιος είναι. Συντρίβεται επειδή, από εκείνη τη στιγμή και μετά, δεν υπάρχει πια τόπος όπου να μπορεί να εμβολιάσει αυτή τη γνώση.

Με έναν τρόπο που θυμίζει τη σκέψη του Heidegger για την κατοίκηση, ο άνθρωπος δεν υπάρχει απλώς· κατοικεί έναν κόσμο και ένα νόημα μέσα σε αυτόν. Ο Οιδίποδας του De Fusco εξορίζεται πριν ακόμη φύγει από την οικεία κατοικία του, τη Θήβα. Εξορίζεται από τον τρόπο με τον οποίο κατοικούσε μέχρι τότε τον κόσμο και τον εαυτό του.

Χάνει τη Θήβα, αλλά πριν απ’ όλα χάνει την εσωτερική του πατρίδα. Χάνει την πυξίδα προσανατολισμού. Και τότε είναι που το οικείο γίνεται ανοίκειο. Γι’ αυτό και η ουσιαστική τραγωδία του δεν αρχίζει όταν μαθαίνει ποιος είναι, αλλά όταν καταλαβαίνει ότι δεν υπήρξε ποτέ ένας και αδιαίρετος εαυτός.

Κάθε πρόσωπο που συναντά είναι μια διαφορετική εστία του ίδιου ταραγμένου και διασπασμένου ψυχικού τοπίου. Ως θεατές του δράματος δεν βλέπουμε τέσσερις χαρακτήρες. Βλέπουμε μια ύπαρξη να αποσυναρμολογείται μπροστά στα μάτια μας, να χάνει τις βεβαιότητές της και να «εκκεντρώνεται».Και τότε ο Οιδίποδας παύει να είναι ένας τραγικός βασιλιάς της αρχαιότητας και γίνεται η πιο ακραία μορφή της ανθρώπινης συνθήκης: ο άνθρωπος που ανακαλύπτει πως η αλήθεια δεν είναι πάντοτε ένας τόπος επιστροφής. Μερικές φορές είναι ο τόπος από τον οποίο αρχίζει η εξορία. Η απορία παίρνει τη θέση της απάντησης και η αβεβαιότητα τη θέση της βεβαιότητας.

Στο πλευρό του πρωταγωνιστή, η Manuela Mandracchia (Ιοκάστη) και ο Paolo Serra (Κρέοντας), πλαισιωμένοι από τους Francesco Biscione, Paolo Cresta και Alessandro Balletta στους ρόλους των Κορυφαίων, συνθέτουν ένα σύνολο που υπηρετεί με συνέπεια τη λιτή και εσωτερική γραφή της παράστασης.

Χωρίς εντυπωσιασμούς, χωρίς εύκολα εφέ και «πιασάρικες» λύσεις, ο ιταλικός Οιδίποδας γοήτευσε γιατί πήρε το ρίσκο να μην απευθυνθεί τόσο στην όραση των ματιών όσο στην όραση του νου.

Υπ’ αυτή την έννοια, δεν είδαμε τον Οιδίποδα. Τον «κατοικήσαμε».

Γιατί επιστρέφουμε στην τραγωδία

Όπως κάθε καλλιτεχνικό δημιούργημα, έτσι και η τραγωδία ασφαλώς δεν υπάρχει έξω από τον ιστορικό χρόνο. Γεννιέται μέσα σε μια συγκεκριμένη εποχή, συνομιλεί με τις αντιφάσεις της και φέρει τα ίχνη του κόσμου που τη δημιούργησε.

Όμως, απέναντι στη διαρκή αγωνία για τον «εκσυγχρονισμό» της, ίσως χρειάζεται μια διαφορετική προσέγγιση. Η τραγωδία δεν χρειάζεται υποχρεωτικά να μεταμφιεστεί σε κάτι σύγχρονο για να μας αφορά. Δεν γίνεται σύγχρονη (και παρούσα) επειδή δανείζεται απλώς τα εξωτερικά σημάδια της εποχής μας. Διεκδικεί την παρουσία της όταν μια καλλιτεχνική ματιά κατορθώνει να ανασύρει ξανά τον κρυφό πυρήνα της, εκείνο το άφατο που εξακολουθεί να πάλλεται μέσα στα σπλάχνα της.

Μέσα από αυτό το πρίσμα, η τραγωδία δεν είναι ένα παλιό κείμενο που περιμένει να επικαιροποιηθεί. Είναι ένας ζωντανός μηχανισμός συνεχούς ανακάλυψης και αποκάλυψης. Ένας χώρος όπου ο άνθρωπος συναντά τα όριά του, τις αντιφάσεις του, τις αυταπάτες του. Όπως υπενθυμίζει ο George Steiner, η τραγωδία γεννιέται ακριβώς από την αναμέτρηση με εκείνο που δεν μπορεί πάντοτε να εξηγηθεί, να διορθωθεί ή να συμφιλιωθεί.

Και κάθε εποχή συναντά μέσα της διαφορετικά πράγματα, όχι επειδή αλλάζει το τραγικό —αυτό παραμένει στον πυρήνα του σταθερό— αλλά επειδή αλλάζει ο άνθρωπος που τολμά να το κοιτάξει. Το έργο δεν μετακινείται· μετακινείται το βλέμμα μας, ο ορίζοντας των βεβαιοτήτων μας.

Αυτό σημαίνει ότι η τραγωδία δεν έχει ηλικία. Φυσικά και έχει. Απλώς είναι «ήδη και πάντοτε» (Derrida) διαρκώς, σύγχρονη, γιατί αγγίζει τους βαθύτερους μηχανισμούς της ύπαρξης: την ακατανίκητη επιθυμία για γνώση, τον φόβο απέναντι στη μονίμως διαφεύγουσα αλήθεια, την εύθραυστη κατασκευή της ταυτότητας, τις ιστορίες που δημιουργούμε για να αντέξουμε πάνω από όλα  τον εαυτό μας.

Κάθε σπουδαία παράσταση τραγωδίας δεν μας επιστρέφει απλώς το αρχαίο κείμενο· μας επιστρέφει τον εαυτό μας μέσα από αυτό. Και, ακόμη περισσότερο, μας στερεί κάποιες από τις βεβαιότητες με τις οποίες ερχόμαστε να το συναντήσουμε. Γιατί υπάρχουν εμπειρίες —αυτές που ο Jaspers ονόμασε «οριακές καταστάσεις»— όπου ο άνθρωπος βρίσκεται αντιμέτωπος με όσα δεν μπορεί να αποφύγει ούτε να προσπεράσει. Δεν είναι τυχαίο ότι η τραγωδία επιστρέφει διαρκώς σε στιγμές ακραίας δοκιμασίας και κρίσης: στον πόλεμο, στον λοιμό, στην κατάρρευση της τάξης του κόσμου. Όταν αδυνατεί η λογική να ερμηνεύει, εμφανίζεται η τραγωδία.

Γι΄ αυτό κάθε ευεργετική προσέγγιση της τραγωδίας απαιτεί τόλμη, γνώση και πρωτίστως εσωτερική αναγκαιότητα, προκειμένου η απόσταση αιώνων να πάψει να είναι εμπόδιο και να γίνει χώρο συνάντησης. Όχι με το παρελθόν, αλλά με εκείνο το κομμάτι του ανθρώπου που παραμένει αμετάβλητο.

Το τραγικό, λοιπόν, ανήκει σε κάθε εποχή που έχει το θάρρος να αναμετρηθεί τόσο  με τις ιστορίες του ανθρώπου όσο (και κυρίως) με τα αθέατα βάθη της ύπαρξής του.


Πρώτη δημοσίευση: PARALLAXI (8/7/2026)

Υπάρχουν παραστάσεις που δεν επιχειρούν να κάνουν τον αρχαίο λόγο «σύγχρονο», αλλά να αποκαλύψουν πόσο σύγχρονος εξακολουθεί να είναι.

Ο «Οιδίποδας» του Luca De Fusco, που παρουσιάστηκε από το Teatro di Roma – Teatro Nazionale στο Θέατρο Δάσους, υπό την αιγίδα της Ένωσης των Θεάτρων της Ευρώπης και με τη φιλοξενία του ΚΘΒΕ, ανήκει σε αυτές τις περιπτώσεις. Μια παράσταση που δεν κοιτάζει τη σοφόκλεια τραγωδία από την απόσταση των αιώνων, αλλά εισχωρεί στον πυρήνα της, εκεί όπου η αναζήτηση της αλήθειας συναντά τη διάλυση της ταυτότητας.

Μια παράσταση με άποψη, αισθητική καθαρότητα και εσωτερική συνοχή. Αποκαλυπτική μέσα στην προσεγμένη λιτότητά της. Μια παράσταση σίγουρη για τον εαυτό της και, ταυτόχρονα, ανοιχτή στις «αβεβαιότητες» του ήρωά της. Μια παράσταση που άξιζε να συναντήσει ένα ευρύτερο κοινό.

Στο κέντρο της τραγικής δοκιμασίας βρίσκεται ο σπουδαίος Ιταλός ηθοποιός Luca Lazzareschi, ένας ερμηνευτής που εδώ και χρόνια συνομιλεί με τον σοφόκλειο ήρωα. Αυτό που εντυπωσιάζει είναι η υποκριτική του οικονομία. Καμία επίδειξη, κανένας στόμφος, καμία περιττή χειρονομία, καμία υστερική κραυγή που τόσο συχνά εκλαμβάνεται, λανθασμένα, ως ένδειξη τραγικού μεγαλείου.

Μικρές μετατοπίσεις στη φωνή, στο βλέμμα, στη στάση του σώματος. Και όμως, μέσα από αυτές τις σχεδόν ανεπαίσθητες μεταβολές γεννιέται ένας ολόκληρος εσωτερικός κόσμος, μια ταραγμένη εσωτερική θάλασσα και, στη μέση της, ένας ταξιδευτής χωρίς πυξίδα.

Δεν πρόκειται για μια παράσταση πάνω στη μοίρα. Είναι μια οδύσσεια σε εσωτερικούς τόπους. Σε μια terra incognita. Μια mise en abyme της ύπαρξης. Ένας καθρέφτης που γεννά έναν ακόμη καθρέφτη, κι άλλον έναν, ώσπου δεν γνωρίζεις πια αν κοιτάζεις τον Οιδίποδα ή τον εαυτό σου μέσα από τον Οιδίποδα.

Σε αυτή την παράσταση η διαδρομή του σοφόκλειου περιπλανητή δεν οδηγεί στη Θήβα. Δεν οδηγεί σε κάποιο καθησυχαστικό τέλος όπου το μυστήριο λύνεται και όλα αποκτούν τη θέση τους. Οδηγεί σε μια συνειρμική δοκιμασία μέσα στα σκοτεινά δωμάτια της μνήμης, όπου κάθε αποκάλυψη δεν φωτίζει, αλλά βαθαίνει το σκοτάδι.

Ένα «Ταξίδι της μέρας μέσα στη νύχτα», για να δανειστώ τον τίτλο της οικογενειακής τραγωδίας του Ο’ Νιλ, εκεί όπου το φως δεν διαλύει τη νύχτα αλλά αποκαλύπτει όσα εκείνη έκρυβε.

Η ευφυΐα της σκηνοθεσίας του De Fusco βρίσκεται ακριβώς εδώ. Δεν σκηνοθετεί μόνο μια τραγωδία· σκηνοθετεί το αόρατο θέατρο του νου. Η σκηνή, εντυπωσιακή μέσα στη γύμνια της —με εξαίρεση την πολυγωνική οθόνη προβολής στο κέντρο της— γίνεται ένας νοητικός χώρος, στα όρια του οποίου οι σκέψεις αποκτούν σώμα και οι εσωτερικές φωνές αποκτούν πρόσωπο.

Γι’ αυτό και το εύρημα να υποδύεται ο Lazzareschi τον Οιδίποδα, τον Τειρεσία, τον Αγγελιοφόρο και τον Υπηρέτη δεν αποτελεί μια δεξιοτεχνική επίδειξη πολλαπλών ρόλων. Είναι η δραματοποίηση μιας εσωτερικής συνομιλίας.

Όλοι αυτοί που συναντά ο ήρωας του Σοφοκλή στο οδοιπορικό του δεν είναι πραγματικά «άλλοι». Είναι οι διαφορετικές φωνές ενός ανθρώπου που συνομιλεί, ίσως για πρώτη φορά, με τον ξένο που κατοικούσε πάντοτε μέσα του.

Και εκεί αρχίζει η πραγματική τραγωδία. Όχι όταν μαθαίνει την αλήθεια —όπως συμβαίνει στο πρωτότυπο— αλλά όταν αντιλαμβάνεται ότι αυτή η άγνωστη φωνή ήταν πάντοτε δική του.

Εδώ ο De Fusco μοιάζει να συνομιλεί περισσότερο με τη φροϋδική έννοια του Das Unheimliche (του ανοίκειου) παρά με την καθιερωμένη ψυχαναλυτική ανάγνωση του οιδιπόδειου συμπλέγματος.

Το ανοίκειο δεν είναι κάτι που εισβάλλει από έξω. Είναι αυτό που υπήρχε ανέκαθεν μέσα μας και επιστρέφει αιφνίδια ως ξένο. Μέσα από αυτό το πρίσμα, ο Οιδίποδας δεν συναντά έναν εχθρό· συναντά την πιο άγνωστη εκδοχή του εαυτού του. Και μαζί της καταρρέει ό,τι μέχρι τότε συγκρατούσε την ύπαρξή του: η αίσθηση συνέχειας, το συνεκτικό κέντρο που κρατούσε ενωμένη την προσωπική του αφήγηση. Με μια σκέψη που θυμίζει τον Paul Ricoeur, εκείνο που διαλύεται δεν είναι μόνο ο άνθρωπος αλλά και η αφηγηματική του ταυτότητα, η ιστορία που αφηγούνταν στον εαυτό του για να μπορεί να υπάρχει ως ένα συνεκτικό πρόσωπο.

Η συμβολή του Alessandro Papa σε αυτή τη σκηνική ανάγνωση είναι καθοριστική. Το βίντεο δεν λειτουργεί ως τεχνολογικός εντυπωσιασμός ούτε ως εικονογράφηση της δράσης. Δημιουργεί ένα δεύτερο σκηνικό επίπεδο, εκεί όπου αποκτούν μορφή τα αόρατα δρώμενα του νου.

Οι προβολές δεν αναπαριστούν τον κόσμο· προβάλλουν τις ρωγμές της μνήμης, τις επιστροφές του απωθημένου, τις σκιές της σκέψης. Κάπως έτσι, το βίντεο γίνεται το ασυνείδητο της σκηνικής δράσης. Η τραγωδία παύει να αφορά αποκλειστικά τη μοίρα. Γίνεται η τραγωδία της ανθρώπινης αυτογνωσίας. Γιατί η συνείδηση δεν είναι ένας ασφαλής τόπος. Είναι ένας αδυσώπητος μηχανισμός αποκάλυψης. Δεν σταματά πριν φτάσει στην αλήθεια, ακόμη κι όταν γνωρίζει πως αυτή η αλήθεια θα διαλύσει εκείνον που την αναζητά.

Και ίσως εδώ βρίσκεται η βαθύτερη φιλοσοφική πρόταση της συγκεκριμένης παράστασης. Ο Οιδίποδας δεν συντρίβεται επειδή μαθαίνει ποιος είναι. Συντρίβεται επειδή, από εκείνη τη στιγμή και μετά, δεν υπάρχει πια τόπος όπου να μπορεί να εμβολιάσει αυτή τη γνώση.

Με έναν τρόπο που θυμίζει τη σκέψη του Heidegger για την κατοίκηση, ο άνθρωπος δεν υπάρχει απλώς· κατοικεί έναν κόσμο και ένα νόημα μέσα σε αυτόν. Ο Οιδίποδας του De Fusco εξορίζεται πριν ακόμη φύγει από την οικεία κατοικία του, τη Θήβα. Εξορίζεται από τον τρόπο με τον οποίο κατοικούσε μέχρι τότε τον κόσμο και τον εαυτό του.

Χάνει τη Θήβα, αλλά πριν απ’ όλα χάνει την εσωτερική του πατρίδα. Χάνει την πυξίδα προσανατολισμού. Και τότε είναι που το οικείο γίνεται ανοίκειο. Γι’ αυτό και η ουσιαστική τραγωδία του δεν αρχίζει όταν μαθαίνει ποιος είναι, αλλά όταν καταλαβαίνει ότι δεν υπήρξε ποτέ ένας και αδιαίρετος εαυτός.

Κάθε πρόσωπο που συναντά είναι μια διαφορετική εστία του ίδιου ταραγμένου και διασπασμένου ψυχικού τοπίου. Ως θεατές του δράματος δεν βλέπουμε τέσσερις χαρακτήρες. Βλέπουμε μια ύπαρξη να αποσυναρμολογείται μπροστά στα μάτια μας, να χάνει τις βεβαιότητές της και να «εκκεντρώνεται».Και τότε ο Οιδίποδας παύει να είναι ένας τραγικός βασιλιάς της αρχαιότητας και γίνεται η πιο ακραία μορφή της ανθρώπινης συνθήκης: ο άνθρωπος που ανακαλύπτει πως η αλήθεια δεν είναι πάντοτε ένας τόπος επιστροφής. Μερικές φορές είναι ο τόπος από τον οποίο αρχίζει η εξορία. Η απορία παίρνει τη θέση της απάντησης και η αβεβαιότητα τη θέση της βεβαιότητας.

Στο πλευρό του πρωταγωνιστή, η Manuela Mandracchia (Ιοκάστη) και ο Paolo Serra (Κρέοντας), πλαισιωμένοι από τους Francesco Biscione, Paolo Cresta και Alessandro Balletta στους ρόλους των Κορυφαίων, συνθέτουν ένα σύνολο που υπηρετεί με συνέπεια τη λιτή και εσωτερική γραφή της παράστασης.

Χωρίς εντυπωσιασμούς, χωρίς εύκολα εφέ και «πιασάρικες» λύσεις, ο ιταλικός Οιδίποδας γοήτευσε γιατί πήρε το ρίσκο να μην απευθυνθεί τόσο στην όραση των ματιών όσο στην όραση του νου.

Υπ’ αυτή την έννοια, δεν είδαμε τον Οιδίποδα. Τον «κατοικήσαμε».

Γιατί επιστρέφουμε στην τραγωδία

Όπως κάθε καλλιτεχνικό δημιούργημα, έτσι και η τραγωδία ασφαλώς δεν υπάρχει έξω από τον ιστορικό χρόνο. Γεννιέται μέσα σε μια συγκεκριμένη εποχή, συνομιλεί με τις αντιφάσεις της και φέρει τα ίχνη του κόσμου που τη δημιούργησε.

Όμως, απέναντι στη διαρκή αγωνία για τον «εκσυγχρονισμό» της, ίσως χρειάζεται μια διαφορετική προσέγγιση. Η τραγωδία δεν χρειάζεται υποχρεωτικά να μεταμφιεστεί σε κάτι σύγχρονο για να μας αφορά. Δεν γίνεται σύγχρονη (και παρούσα) επειδή δανείζεται απλώς τα εξωτερικά σημάδια της εποχής μας. Διεκδικεί την παρουσία της όταν μια καλλιτεχνική ματιά κατορθώνει να ανασύρει ξανά τον κρυφό πυρήνα της, εκείνο το άφατο που εξακολουθεί να πάλλεται μέσα στα σπλάχνα της.

Μέσα από αυτό το πρίσμα, η τραγωδία δεν είναι ένα παλιό κείμενο που περιμένει να επικαιροποιηθεί. Είναι ένας ζωντανός μηχανισμός συνεχούς ανακάλυψης και αποκάλυψης. Ένας χώρος όπου ο άνθρωπος συναντά τα όριά του, τις αντιφάσεις του, τις αυταπάτες του. Όπως υπενθυμίζει ο George Steiner, η τραγωδία γεννιέται ακριβώς από την αναμέτρηση με εκείνο που δεν μπορεί πάντοτε να εξηγηθεί, να διορθωθεί ή να συμφιλιωθεί.

Και κάθε εποχή συναντά μέσα της διαφορετικά πράγματα, όχι επειδή αλλάζει το τραγικό —αυτό παραμένει στον πυρήνα του σταθερό— αλλά επειδή αλλάζει ο άνθρωπος που τολμά να το κοιτάξει. Το έργο δεν μετακινείται· μετακινείται το βλέμμα μας, ο ορίζοντας των βεβαιοτήτων μας.

Αυτό σημαίνει ότι η τραγωδία δεν έχει ηλικία. Φυσικά και έχει. Απλώς είναι «ήδη και πάντοτε» (Derrida) διαρκώς, σύγχρονη, γιατί αγγίζει τους βαθύτερους μηχανισμούς της ύπαρξης: την ακατανίκητη επιθυμία για γνώση, τον φόβο απέναντι στη μονίμως διαφεύγουσα αλήθεια, την εύθραυστη κατασκευή της ταυτότητας, τις ιστορίες που δημιουργούμε για να αντέξουμε πάνω από όλα  τον εαυτό μας.

Κάθε σπουδαία παράσταση τραγωδίας δεν μας επιστρέφει απλώς το αρχαίο κείμενο· μας επιστρέφει τον εαυτό μας μέσα από αυτό. Και, ακόμη περισσότερο, μας στερεί κάποιες από τις βεβαιότητες με τις οποίες ερχόμαστε να το συναντήσουμε. Γιατί υπάρχουν εμπειρίες —αυτές που ο Jaspers ονόμασε «οριακές καταστάσεις»— όπου ο άνθρωπος βρίσκεται αντιμέτωπος με όσα δεν μπορεί να αποφύγει ούτε να προσπεράσει. Δεν είναι τυχαίο ότι η τραγωδία επιστρέφει διαρκώς σε στιγμές ακραίας δοκιμασίας και κρίσης: στον πόλεμο, στον λοιμό, στην κατάρρευση της τάξης του κόσμου. Όταν αδυνατεί η λογική να ερμηνεύει, εμφανίζεται η τραγωδία.

Γι΄ αυτό κάθε ευεργετική προσέγγιση της τραγωδίας απαιτεί τόλμη, γνώση και πρωτίστως εσωτερική αναγκαιότητα, προκειμένου η απόσταση αιώνων να πάψει να είναι εμπόδιο και να γίνει χώρο συνάντησης. Όχι με το παρελθόν, αλλά με εκείνο το κομμάτι του ανθρώπου που παραμένει αμετάβλητο.

Το τραγικό, λοιπόν, ανήκει σε κάθε εποχή που έχει το θάρρος να αναμετρηθεί τόσο  με τις ιστορίες του ανθρώπου όσο (και κυρίως) με τα αθέατα βάθη της ύπαρξής του.


Πρώτη δημοσίευση: PARALLAXI (8/7/2026)

Οιδίπους Τύραννος
| Σοφοκλής
Σκηνοθεσία Λούκα Ντε Φούσκο (Luca De Fusco)
Χώρος Θέατρο Δάσους (Θεσσαλονίκη)
Πρεμιέρα 06/07/2026
Οιδίπους Τύραννος
Κείμενο Σοφοκλής
Σκηνοθεσία Λούκα Ντε Φούσκο (Luca De Fusco)
Χώρος Θέατρο Δάσους (Θεσσαλονίκη)
Πρεμιέρα 06/07/2026

Άλλες κριτικές

του Σάββα Πατσαλίδη

Διαβάστε επίσης

Back To Top