Skip to content

Κριτική Θεάτρου

«Βάκχες» του Ευριπίδη, σε σκηνοθεσία Γιάβορ Γκάρντεφ, στο Θέατρο Γης

του Σάββα Πατσαλίδη

Κριτική Θεάτρου

«Βάκχες» του Ευριπίδη, σε σκηνοθεσία Γιάβορ Γκάρντεφ, στο Θέατρο Γης

του Σάββα Πατσαλίδη

Ήταν μια παράσταση που δεν προσπάθησε να επιβεβαιώσει όσα ήδη ξέραμε για τις «Βάκχες». Ακριβώς το αντίθετο. Αναζήτησε τρόπους να λοξοδρομήσει.

Και αυτό είναι πάντοτε επικίνδυνο. Γιατί κάθε απόπειρα να υπερβείς τα εσκαμμένα, ιδίως όταν αγγίζεις ακόμη και τη γλώσσα τους, επιλέγοντας, εν προκειμένω, τα αγγλικά από μη αγγλόφωνους ηθοποιούς, κινδυνεύει να εκληφθεί ως ευκολία, ως πρόκληση, ως αυθαιρεσία ή απλά ως εντυπωσιασμός.

Ο Βούλγαρος σκηνοθέτης Javor Gardev, όμως, στην πρώτη του δοκιμασία με την τραγωδία, έδειξε ότι ήξερε καλά τι αναζητούσε. Δεν προσπάθησε να «εκσυγχρονίσει» τον Ευριπίδη. Δημιούργησε έναν άλλο θεατρικό κόσμο για να τον ξανασυναντήσει και να μας τον συστήσει.

Και σ’ αυτό το λοξό κοίταγμα καθοριστικός ήταν ο ρόλος τoυ βρετανικού συγκροτήματος Tiger Lillies. Δεν έντυσαν απλώς την παράσταση μουσικά. Της επέβαλαν μια αισθητική. Τη δική τους.

Το γκοθ στοιχείο, το καμπαρεδίστικο πανκ, οι σκοτεινές μπαλάντες, ο μακάβριος στίχος, οι μελωδίες αγγλικού Music Hall και vaudeville, η μοναδική πολύ ψηλή φαλσέτο φωνή του Martyn Jacques δημιούργησαν μια πυκνή επιτελεστική ατμόσφαιρα σχεδόν εφιαλτική, αλλά, κατά τη γνώμη μου, απολύτως γοητευτική και ταιριαστή με τον «φευγάτο» χαρακτήρα των ταυτοτήτων και τις στοχεύσεις της σκηνοθεσίας.

Αν κάποιος (ένας φιλόλογος) αναζητήσει αντιστοιχίες με τις γνώριμες σκηνικές αναγνώσεις του ευριπίδειου έργου, θα βρει αρκετές ασυνέχειες. Ίσως και αρκετούς λόγους για να ενοχληθεί, να ψέξει. Λόγους να απορρίψει την προσέγγιση αυτή.

Θεμιτό. Και απόλυτα προσωπικό. Για θέατρο μιλάμε, και δη για κλασικό, του οποίου κάθε αποτίμηση, αξιολόγηση, είναι και ένα ρίσκο, γιατί εξαρτάται πάντοτε από το τι περιμένει κανείς από αυτό.

Η πρόκληση του ανοίκειου

Απλά, καλό είναι να θυμόμαστε ότι τα μεγάλα κλασικά (και όχι μόνο) έργα είναι ανεξάντλητα όχι επειδή προσφέρονται εύκολα σε νέες σκηνοθετικές εφαρμογές, αλλά ακριβώς επειδή δεν παραδίδονται εύκολα. Αντιστέκονται. Αντιμιλούν.

Προκαλούν και συνάμα προσκαλούν. Στην ουσία δεν θέλουν παθητικούς αναγνώστες αλλά ευφάνταστους και δημιουργικούς συνομιλητές, ίσως και «αντιπάλους». Απαιτούν μια νέα σχέση μαζί τους. Ίσως γι’ αυτό ο Ρώσος φορμαλιστής Βίκτορ Σκλόφσκι έγραφε στις αρχές του 20ού αιώνα ότι σκοπός της σπουδαίας τέχνης δεν είναι να αναγνωρίζουμε τα πράγματα, αλλά να τα ξαναβλέπουμε.

Η σπουδαία τέχνη υπάρχει για να δυσκολεύει την αντίληψη, να επιβραδύνει την αναγνώριση, να κάνει –κατά τη διάσημη διατύπωσή του– «την πέτρα ξανά πετρώδη».

Κάτι άλλωστε που μας δείχνει και η ιστορία της τέχνης, με τους Μπέκετ, τους Πικάσο, τους Τζόυς, τους Βοκάκιους και δεκάδες άλλους: η οικειότητα είναι ο μεγαλύτερος εχθρός της αισθητικής εμπειρίας.

Όταν πιστεύουμε πως ήδη γνωρίζουμε ένα έργο, στην πραγματικότητα παύουμε να το βλέπουμε.

Αναγνωρίζουμε τα σημάδια του χωρίς να ξαναδιατρέχουμε το νόημά του.

Στον αντίποδα, λοιπόν, αυτής της οικειότητας λειτούργησαν, θέλω να πιστεύω, οι «Βάκχες», η πρώτη συμπαραγωγή του Κρατικού Θεάτρου Βορείου Ελλάδος και του Εθνικού Θεάτρου της Βουλγαρίας Ivan Vazov. Ένα διαπολιτισμικό άνοιγμα απόλυτα ευπρόσδεκτο και υποσχόμενο.

Μια άλλη ματιά

Στις κερκίδες (άβολες, ομολογουμένως) του κατάμεστου Θεάτρου Γης «ξέχασα» τι περίμενα να δω. Προς στιγμή ξέχασα ακόμη και τον τρόπο με τον οποίο έχω μάθει να «διαβάζω» τις «Βάκχες».

Από το πρώτο μουσικό κομμάτι (σε σύνολο έντεκα ραψωδιών) των Tiger Lillies, ήταν σαν να απαλλάχτηκα από τα «βαρίδια» της οικειότητας που ένιωθα για το έργο αυτό και χωρίς να το επιδιώξω παραδόθηκα στους ρυθμούς, στα χρώματα, στις κινήσεις, στους ήχους, στην ετερότητα της σκηνικής πρότασης που συνέθεσαν με τις προτάσεις τους ο Nikola Toromanoν (σκηνικά), η Mαρία Ηλένια Δουλαρίδη (κοστούμια), η Ursula Terza (χορογραφία), ο Kalin Nikolov (φωνητικά), η Στέλλα Κάλτσου (φωτισμός), η Olga Faleichykk (μακιγιάζ) και η Ιωάννα Ρεμεδιάκη (δραματουργία).

Και φυσικά οι οκτώ πρωταγωνιστές και ο 12μελής Χορός του ελληνοβουλγαρικού καστ.

Ακόμη και αυτή η ξένη γλώσσα (σε διδασκαλία των Nathan Coope και Mark Modzelewski), που πολλούς ίσως και να παραξένεψε ή ακόμη και να ενόχλησε, σε εμένα αντί να λειτουργήσει ως εμπόδιο, ενίσχυσε ακόμη περισσότερο την εμπειρία του ανοίκειου, ενός «ξένου» στοιχείου/σώματος που ξαφνικά εισβάλλει και αναστατώνει τον κόσμο των οικείων ακουσμάτων μου.

Το γνώριμο αίφνης εμφανίζεται μπροστά μου μέσα από μια λοξή διαδρομή. Δεν ένιωσα ότι έβλεπα ένα άλλο έργο. Ένιωσα ότι έβλεπα «αλλιώς» το ίδιο έργο

Ο ταραξίας Διόνυσος

Σε αυτό το σκηνικό σύμπαν με τα λαβυρινθώδη, επί τούτω «παγιδευτικά» κιγκλιδώματα, ο Διόνυσος (του εξαιρετικού Leonid Yovchev) δεν έρχεται μόνο να διαταράξει την πολιτική τάξη του Πενθέα (του επίσης πολύ καλού Μιχαήλ Ταμπακάκη) . Έρχεται να διαταράξει κάθε βεβαιότητα. Είναι ο θεός που κάνει το οικείο και την ευταξία του να φαίνεται ξένο και «άτακτο», που αποσταθεροποιεί τα όρια ανάμεσα στη λογική και την έκσταση, στην ταυτότητα και τη μεταμόρφωση.

Δεν καταστρέφει τον κόσμο· καταστρέφει την αυταπάτη ότι τον γνωρίζουμε ήδη.

Υπό αυτή την έννοια, μια παράσταση σαν κι αυτή που επιλέγει την ξενότητα ως δομικό άξονα δεν προδίδει το έργο. Αντίθετα, συνομιλεί με τον πυρήνα του που λέει ότι τίποτε δεν μένει αμετάβλητο στη ζωή.

Ο Διόνυσος άλλωστε δεν είναι απλώς ο θεός της έκστασης και του «άλλου». Είναι αυτός που. μεταμορφώνει πρόσωπα, ταυτότητες, βλέμματα. Και φυσικά ερμηνείες. Ίσως λοιπόν μια παράσταση που μεταμορφώνει ή, αν προτιμάτε, προκαλεί τον τρόπο με τον οποίο βλέπουμε (και ερμηνεύουμε) το έργο να είναι βαθύτερα ευριπίδεια από μια παράσταση που αναπαράγει απλώς όσα ήδη περιμέναμε να δούμε, δηλαδή να δούμε μια ήδη δοκιμασμένη δραματοποίηση της ετερότητας.

Εδώ η παράσταση παράγει μέσα από τα ίδια τα δομικά υλικά της την ετερότητα. Που σημαίνει ότι η ετερότητα δεν είναι διακοσμητικό ή συμπληρωματικό γνώρισμα της μορφής της, αλλά η ίδια η ερμηνευτική της μέθοδος.. Το κατά πόσο αυτό είναι λόγος να αρέσει (ή όχι), εννοείται βεβαίως ότι είναι θέμα αυστηρώς προσωπικό.

Και κάτι ακόμη σχετικό με το παραπάνω. Αισθάνθηκα ότι η παράσταση εμπιστεύτηκε τον θεατή. Θέλω να πω, δεν επιχείρησε να του εξηγήσει τον Ευριπίδη ούτε να τον καθησυχάσει ότι βρίσκεται σε γνώριμο έδαφος. Του άφησε χώρο να κινηθεί, ακόμη και να «χαθεί».

Και αυτό δεν είναι μικρό πράγμα. Γιατί μόνο όποιος χάνεται (ή διαφωνεί) μπορεί πραγματικά να ανακαλύψει. Στην αντίθετη περίπτωση, επιβεβαιώνεις ότι έφτασες εκεί όπου εξαρχής γνώριζες πως θα φτάσεις.

Το θέαμα και ο θεατής

Πιστεύω πως οι «Βάκχες» είναι από τα πιο συναρπαστικά θεατρικά (μήπως, μεταθεατρικά; ) έργα που γράφτηκαν ποτέ. Είναι ένα έργο που μιλά περίτεχνα και βαθιά φιλοσοφημένα για τη περίπλοκη σχέση θεατή και θεάματος, για τη λεπτή γραμμή ανάμεσα στη συμμετοχή και την παρατήρηση.

Ο Ευριπίδης μοιάζει να προειδοποιεί τον Αθηναίο θεατή τι μπορεί να συμβεί όταν ξεχνά ότι είναι πλέον θεατής και ρισκάρει να γίνει μέρος των δρωμένων, όπως γινόταν παλιά, πριν από την καθιέρωση του χώρου φιλοξενίας του θεάματος και του χώρου φιλοξενίας της θέασης.

Διόλου τυχαίο που στις «Βάκχες» η τραγωδία αρχίζει ακριβώς τη στιγμή της συμμετοχής του θεατή-Βασιλιά Πενθέα στα όργια των Μαινάδων στον Κιθαιρώνα, δηλαδή τη στιγμή κατά την οποία ο μασκαρεμένος βασιλιάς ταυτίζεται τόσο πολύ με το θέαμα που ξεχνά ότι πέρασε η εποχή του τελετουργικού δράματος και πως τώρα είναι η εποχή του σκεπτόμενου θεατή.

Μια συνθήκη που δημιουργεί άλλες προϋποθέσεις συγκίνησης. Ο Ευριπίδης είναι σαν να λέει πως μόνο όταν δεν χανόμαστε ολοκληρωτικά μέσα στο δρώμενο μπορούμε να το μετατρέψουμε σε ευεργετική εμπειρία, σε σκέψη και, τελικά, σε μνήμη.

Περί μνήμης

Και μιας και ανέφερα τη μνήμη, θα ήθελα να επαναφέρω αυτό που σχολίασα με άλλα λόγια πιο πάνω. Ότι δηλαδή δεν είναι όλες οι μεγάλες παραστάσεις εκείνες που συμφωνούν με τις προσδοκίες μας. Μερικές υπάρχουν ακριβώς για να τις διαψεύσουν.

Και γι’ αυτό πιστεύω πως μένουν περισσότερο μέσα μας.

Η μνήμη δεν είναι αρχείο. Είναι διαδικασία επιλογής. Είναι συντηρητική μόνο φαινομενικά. Στην πραγματικότητα θυμάται εκεί όπου η εμπειρία αντιστάθηκε στην αναγνώριση.

Η μνήμη δεν αγαπά την επιβεβαίωση· αγαπά τη ρωγμή. Η μνήμη ξεχνά εύκολα ό,τι επιβεβαιώνει τις βεβαιότητές μας και κρατά επίμονα εκείνο που τις διατάραξε. Εκεί όπου το οικείο έγινε, έστω για λίγο, ανοίκειο. Εκεί όπου αναγκαστήκαμε να ξαναδούμε αυτό που νομίζαμε πως ήδη γνωρίζαμε.

Χωρίς τούτο να σημαίνει ότι η μνήμη είναι φίλη οποιασδήποτε έκπληξης. Ούτε ότι κάθε ανοικείωση είναι αυτομάτως τέχνη. Η πρόκληση από μόνη της γερνά γρήγορα.

Αυτό που επιμένει στη μνήμη είναι η έκπληξη όταν αποδεικνύεται φορέας νοήματος. Και εδώ, κατά τη γνώμη μου, η ετερότητα της παράστασης που σκηνοθέτησε ο Γκάρντεφ δεν λειτούργησε ως πυροτέχνημα. Ήταν ένα υβριδικό θέαμα, ένα μωσαϊκό κωδίκων, λαϊκών όσο και έντεχνων, που πέτυχε γιατί υπήρχε μια συνεκτική σκηνοθετική σκέψη που διέτρεχε τη γλώσσα, τη μουσική, την ποπ ακόμη και κιτς αισθητική, την εικαστική πρόταση και την υποκριτική.

Όλα έμοιαζαν να υπηρετούν την ίδια ιδέα: να βιώσουμε την ετερότητα όχι ως θέμα των «Βακχών», αλλά ως εμπειρία της θέασής τους. Ως ένα συνεχές πήγαιν΄ έλα ανάμεσα στο οικείο και το ανοίκειο, στην ταύτιση και την παρατήρηση, ανάμεσα στον Ευριπίδη και σ’ εμάς.

Επειδή πάντα λέμε ότι πηγαίνουμε στο θέατρο για να δούμε ένα έργο, ας το δούμε και αλλιώς. Τα μεγάλα έργα «πηγαίνουν» εκεί (κάπου, οπουδήποτε) και για να δουν εμάς. Να δοκιμάσουν τις βεβαιότητές μας. Να ελέγξουν αν εξακολουθούμε να είμαστε διαθέσιμοι να εκπλαγούμε.

Υπ΄ αυτή την έννοια, η μεγαλύτερη τόλμη της παράστασης ήταν ότι δεν αρκέστηκε να αφηγηθεί την άφιξη του ξένου (στην ουσία αποξενωμένου) «ταραξία» Διονύσου.

Επέτρεψε στον ίδιο τον θεατή να αισθανθεί, έστω για ενενήντα λεπτά, αυτό που αισθάνεται μια πόλη όταν εισβάλλει στον εξουσιαστικό μηχανισμό της το ξένο ή όταν εμφανίζεται το «αποξενωμένο» κομμάτι της και διεκδικεί τη θέση του στην τάξη πράγματων.

Η μορφή της παράστασης, όπως τη διαμόρφωσε η σκηνοθεσία, οι Tiger Lillies και οι λοιποί συντελεστές, έγινε η ίδια φορέας του νοήματος του έργου.

Με αυτό κατά νου θα έλεγα ότι η ξενότητα δεν συνέβη πάνω στη σκηνή, αλλά μέσα στον θεατή. Δεν ήταν το έργο που έγινε ξένο. Ήταν οι δικές μας βεβαιότητες γι’ αυτό που έχασαν, την αυτάρεσκη οικειότητά τους.

Και ο Ευριπίδης;

Κάποιοι θα πουν: «Αυτό δεν ήταν Ευριπίδης». Είναι μια αντίρρηση απολύτως θεμιτή.

Ίσως και αναμενόμενη. Μόνο που αμέσως γεννιέται το επόμενο ερώτημα: ποιος είναι ο «πραγματικός» Ευριπίδης; Είναι το έργο; Είναι η φιλολογική του αποκατάσταση; Είναι οι σκηνικές συμβάσεις που κληρονομήσαμε; Ή μήπως είναι όλες εκείνες οι αναγνώσεις κα παραναγνώσεις που εδώ και δυόμισι χιλιάδες χρόνια εξακολουθούν να συνομιλούν μαζί του;

Όπως έχω γράψει και αλλού, τα κλασικά έργα δεν επιβιώνουν επειδή επιτρέπουν μία οριστική ερμηνεία. Επιβιώνουν επειδή αντιστέκονται σε κάθε οριστική ερμηνεία. Αν είχαν μία μόνο ανάγνωση, θα είχαν προ πολλού εξαντληθεί.

Ίσως, μάλιστα, να υπάρχει μια μικρή ειρωνεία εδώ. Εάν δεχτούμε ότι οι «Βάκχες» είναι ένα έργο όπου πρωταγωνιστεί ένας εισβολέας, ένας αρνητής των γραμμικοτήτων της πόλης, δεν θα ήταν άραγε παράδοξο να ζητά από τις (ανα)παραστάσεις του μόνο βεβαιότητες και οικείες μορφές; Και αυτό θεωρώ ότι είναι το παράδοξο των «Βακχών».

Δεν μας ζητούν να αναγνωρίσουμε τον απρόσκλητο ξένο επισκέπτη Διόνυσο. Μας ζητούν να τον υποστούμε. Και κάθε παράσταση που κάνει τον θεατή, έστω για λίγο, ξένο απέναντι στις ίδιες του τις βεβαιότητες, ίσως βρίσκεται πιο κοντά στον (αιρετικό, ας μην το ξεχνάμε αυτό) Ευριπίδη απ’ όσο νομίζουμε.

Κατακλείδα: Δεν με κέρδισε η παράσταση επειδή ήταν διαφορετική. Με κέρδισε επειδή η διαφορετικότητά της ήταν ο τρόπος με τον οποίο διάβασε τον Ευριπίδη. Με κέρδισε γιατί δεν επιχείρησε να κάνει τον Ευριπίδη σύγχρονο. Επιχείρησε να τον κάνει ξανά απρόβλεπτο. Και αυτό, για μένα, είναι ίσως η πιο ουσιαστική μορφή πίστης απέναντι σ’ ένα κλασικό έργο. Η δημιουργική απιστία.


Πρώτη δημοσίευση: PARALLAXI (24/7/2026)

Ήταν μια παράσταση που δεν προσπάθησε να επιβεβαιώσει όσα ήδη ξέραμε για τις «Βάκχες». Ακριβώς το αντίθετο. Αναζήτησε τρόπους να λοξοδρομήσει.

Και αυτό είναι πάντοτε επικίνδυνο. Γιατί κάθε απόπειρα να υπερβείς τα εσκαμμένα, ιδίως όταν αγγίζεις ακόμη και τη γλώσσα τους, επιλέγοντας, εν προκειμένω, τα αγγλικά από μη αγγλόφωνους ηθοποιούς, κινδυνεύει να εκληφθεί ως ευκολία, ως πρόκληση, ως αυθαιρεσία ή απλά ως εντυπωσιασμός.

Ο Βούλγαρος σκηνοθέτης Javor Gardev, όμως, στην πρώτη του δοκιμασία με την τραγωδία, έδειξε ότι ήξερε καλά τι αναζητούσε. Δεν προσπάθησε να «εκσυγχρονίσει» τον Ευριπίδη. Δημιούργησε έναν άλλο θεατρικό κόσμο για να τον ξανασυναντήσει και να μας τον συστήσει.

Και σ’ αυτό το λοξό κοίταγμα καθοριστικός ήταν ο ρόλος τoυ βρετανικού συγκροτήματος Tiger Lillies. Δεν έντυσαν απλώς την παράσταση μουσικά. Της επέβαλαν μια αισθητική. Τη δική τους.

Το γκοθ στοιχείο, το καμπαρεδίστικο πανκ, οι σκοτεινές μπαλάντες, ο μακάβριος στίχος, οι μελωδίες αγγλικού Music Hall και vaudeville, η μοναδική πολύ ψηλή φαλσέτο φωνή του Martyn Jacques δημιούργησαν μια πυκνή επιτελεστική ατμόσφαιρα σχεδόν εφιαλτική, αλλά, κατά τη γνώμη μου, απολύτως γοητευτική και ταιριαστή με τον «φευγάτο» χαρακτήρα των ταυτοτήτων και τις στοχεύσεις της σκηνοθεσίας.

Αν κάποιος (ένας φιλόλογος) αναζητήσει αντιστοιχίες με τις γνώριμες σκηνικές αναγνώσεις του ευριπίδειου έργου, θα βρει αρκετές ασυνέχειες. Ίσως και αρκετούς λόγους για να ενοχληθεί, να ψέξει. Λόγους να απορρίψει την προσέγγιση αυτή.

Θεμιτό. Και απόλυτα προσωπικό. Για θέατρο μιλάμε, και δη για κλασικό, του οποίου κάθε αποτίμηση, αξιολόγηση, είναι και ένα ρίσκο, γιατί εξαρτάται πάντοτε από το τι περιμένει κανείς από αυτό.

Η πρόκληση του ανοίκειου

Απλά, καλό είναι να θυμόμαστε ότι τα μεγάλα κλασικά (και όχι μόνο) έργα είναι ανεξάντλητα όχι επειδή προσφέρονται εύκολα σε νέες σκηνοθετικές εφαρμογές, αλλά ακριβώς επειδή δεν παραδίδονται εύκολα. Αντιστέκονται. Αντιμιλούν.

Προκαλούν και συνάμα προσκαλούν. Στην ουσία δεν θέλουν παθητικούς αναγνώστες αλλά ευφάνταστους και δημιουργικούς συνομιλητές, ίσως και «αντιπάλους». Απαιτούν μια νέα σχέση μαζί τους. Ίσως γι’ αυτό ο Ρώσος φορμαλιστής Βίκτορ Σκλόφσκι έγραφε στις αρχές του 20ού αιώνα ότι σκοπός της σπουδαίας τέχνης δεν είναι να αναγνωρίζουμε τα πράγματα, αλλά να τα ξαναβλέπουμε.

Η σπουδαία τέχνη υπάρχει για να δυσκολεύει την αντίληψη, να επιβραδύνει την αναγνώριση, να κάνει –κατά τη διάσημη διατύπωσή του– «την πέτρα ξανά πετρώδη».

Κάτι άλλωστε που μας δείχνει και η ιστορία της τέχνης, με τους Μπέκετ, τους Πικάσο, τους Τζόυς, τους Βοκάκιους και δεκάδες άλλους: η οικειότητα είναι ο μεγαλύτερος εχθρός της αισθητικής εμπειρίας.

Όταν πιστεύουμε πως ήδη γνωρίζουμε ένα έργο, στην πραγματικότητα παύουμε να το βλέπουμε.

Αναγνωρίζουμε τα σημάδια του χωρίς να ξαναδιατρέχουμε το νόημά του.

Στον αντίποδα, λοιπόν, αυτής της οικειότητας λειτούργησαν, θέλω να πιστεύω, οι «Βάκχες», η πρώτη συμπαραγωγή του Κρατικού Θεάτρου Βορείου Ελλάδος και του Εθνικού Θεάτρου της Βουλγαρίας Ivan Vazov. Ένα διαπολιτισμικό άνοιγμα απόλυτα ευπρόσδεκτο και υποσχόμενο.

Μια άλλη ματιά

Στις κερκίδες (άβολες, ομολογουμένως) του κατάμεστου Θεάτρου Γης «ξέχασα» τι περίμενα να δω. Προς στιγμή ξέχασα ακόμη και τον τρόπο με τον οποίο έχω μάθει να «διαβάζω» τις «Βάκχες».

Από το πρώτο μουσικό κομμάτι (σε σύνολο έντεκα ραψωδιών) των Tiger Lillies, ήταν σαν να απαλλάχτηκα από τα «βαρίδια» της οικειότητας που ένιωθα για το έργο αυτό και χωρίς να το επιδιώξω παραδόθηκα στους ρυθμούς, στα χρώματα, στις κινήσεις, στους ήχους, στην ετερότητα της σκηνικής πρότασης που συνέθεσαν με τις προτάσεις τους ο Nikola Toromanoν (σκηνικά), η Mαρία Ηλένια Δουλαρίδη (κοστούμια), η Ursula Terza (χορογραφία), ο Kalin Nikolov (φωνητικά), η Στέλλα Κάλτσου (φωτισμός), η Olga Faleichykk (μακιγιάζ) και η Ιωάννα Ρεμεδιάκη (δραματουργία).

Και φυσικά οι οκτώ πρωταγωνιστές και ο 12μελής Χορός του ελληνοβουλγαρικού καστ.

Ακόμη και αυτή η ξένη γλώσσα (σε διδασκαλία των Nathan Coope και Mark Modzelewski), που πολλούς ίσως και να παραξένεψε ή ακόμη και να ενόχλησε, σε εμένα αντί να λειτουργήσει ως εμπόδιο, ενίσχυσε ακόμη περισσότερο την εμπειρία του ανοίκειου, ενός «ξένου» στοιχείου/σώματος που ξαφνικά εισβάλλει και αναστατώνει τον κόσμο των οικείων ακουσμάτων μου.

Το γνώριμο αίφνης εμφανίζεται μπροστά μου μέσα από μια λοξή διαδρομή. Δεν ένιωσα ότι έβλεπα ένα άλλο έργο. Ένιωσα ότι έβλεπα «αλλιώς» το ίδιο έργο

Ο ταραξίας Διόνυσος

Σε αυτό το σκηνικό σύμπαν με τα λαβυρινθώδη, επί τούτω «παγιδευτικά» κιγκλιδώματα, ο Διόνυσος (του εξαιρετικού Leonid Yovchev) δεν έρχεται μόνο να διαταράξει την πολιτική τάξη του Πενθέα (του επίσης πολύ καλού Μιχαήλ Ταμπακάκη) . Έρχεται να διαταράξει κάθε βεβαιότητα. Είναι ο θεός που κάνει το οικείο και την ευταξία του να φαίνεται ξένο και «άτακτο», που αποσταθεροποιεί τα όρια ανάμεσα στη λογική και την έκσταση, στην ταυτότητα και τη μεταμόρφωση.

Δεν καταστρέφει τον κόσμο· καταστρέφει την αυταπάτη ότι τον γνωρίζουμε ήδη.

Υπό αυτή την έννοια, μια παράσταση σαν κι αυτή που επιλέγει την ξενότητα ως δομικό άξονα δεν προδίδει το έργο. Αντίθετα, συνομιλεί με τον πυρήνα του που λέει ότι τίποτε δεν μένει αμετάβλητο στη ζωή.

Ο Διόνυσος άλλωστε δεν είναι απλώς ο θεός της έκστασης και του «άλλου». Είναι αυτός που. μεταμορφώνει πρόσωπα, ταυτότητες, βλέμματα. Και φυσικά ερμηνείες. Ίσως λοιπόν μια παράσταση που μεταμορφώνει ή, αν προτιμάτε, προκαλεί τον τρόπο με τον οποίο βλέπουμε (και ερμηνεύουμε) το έργο να είναι βαθύτερα ευριπίδεια από μια παράσταση που αναπαράγει απλώς όσα ήδη περιμέναμε να δούμε, δηλαδή να δούμε μια ήδη δοκιμασμένη δραματοποίηση της ετερότητας.

Εδώ η παράσταση παράγει μέσα από τα ίδια τα δομικά υλικά της την ετερότητα. Που σημαίνει ότι η ετερότητα δεν είναι διακοσμητικό ή συμπληρωματικό γνώρισμα της μορφής της, αλλά η ίδια η ερμηνευτική της μέθοδος.. Το κατά πόσο αυτό είναι λόγος να αρέσει (ή όχι), εννοείται βεβαίως ότι είναι θέμα αυστηρώς προσωπικό.

Και κάτι ακόμη σχετικό με το παραπάνω. Αισθάνθηκα ότι η παράσταση εμπιστεύτηκε τον θεατή. Θέλω να πω, δεν επιχείρησε να του εξηγήσει τον Ευριπίδη ούτε να τον καθησυχάσει ότι βρίσκεται σε γνώριμο έδαφος. Του άφησε χώρο να κινηθεί, ακόμη και να «χαθεί».

Και αυτό δεν είναι μικρό πράγμα. Γιατί μόνο όποιος χάνεται (ή διαφωνεί) μπορεί πραγματικά να ανακαλύψει. Στην αντίθετη περίπτωση, επιβεβαιώνεις ότι έφτασες εκεί όπου εξαρχής γνώριζες πως θα φτάσεις.

Το θέαμα και ο θεατής

Πιστεύω πως οι «Βάκχες» είναι από τα πιο συναρπαστικά θεατρικά (μήπως, μεταθεατρικά; ) έργα που γράφτηκαν ποτέ. Είναι ένα έργο που μιλά περίτεχνα και βαθιά φιλοσοφημένα για τη περίπλοκη σχέση θεατή και θεάματος, για τη λεπτή γραμμή ανάμεσα στη συμμετοχή και την παρατήρηση.

Ο Ευριπίδης μοιάζει να προειδοποιεί τον Αθηναίο θεατή τι μπορεί να συμβεί όταν ξεχνά ότι είναι πλέον θεατής και ρισκάρει να γίνει μέρος των δρωμένων, όπως γινόταν παλιά, πριν από την καθιέρωση του χώρου φιλοξενίας του θεάματος και του χώρου φιλοξενίας της θέασης.

Διόλου τυχαίο που στις «Βάκχες» η τραγωδία αρχίζει ακριβώς τη στιγμή της συμμετοχής του θεατή-Βασιλιά Πενθέα στα όργια των Μαινάδων στον Κιθαιρώνα, δηλαδή τη στιγμή κατά την οποία ο μασκαρεμένος βασιλιάς ταυτίζεται τόσο πολύ με το θέαμα που ξεχνά ότι πέρασε η εποχή του τελετουργικού δράματος και πως τώρα είναι η εποχή του σκεπτόμενου θεατή.

Μια συνθήκη που δημιουργεί άλλες προϋποθέσεις συγκίνησης. Ο Ευριπίδης είναι σαν να λέει πως μόνο όταν δεν χανόμαστε ολοκληρωτικά μέσα στο δρώμενο μπορούμε να το μετατρέψουμε σε ευεργετική εμπειρία, σε σκέψη και, τελικά, σε μνήμη.

Περί μνήμης

Και μιας και ανέφερα τη μνήμη, θα ήθελα να επαναφέρω αυτό που σχολίασα με άλλα λόγια πιο πάνω. Ότι δηλαδή δεν είναι όλες οι μεγάλες παραστάσεις εκείνες που συμφωνούν με τις προσδοκίες μας. Μερικές υπάρχουν ακριβώς για να τις διαψεύσουν.

Και γι’ αυτό πιστεύω πως μένουν περισσότερο μέσα μας.

Η μνήμη δεν είναι αρχείο. Είναι διαδικασία επιλογής. Είναι συντηρητική μόνο φαινομενικά. Στην πραγματικότητα θυμάται εκεί όπου η εμπειρία αντιστάθηκε στην αναγνώριση.

Η μνήμη δεν αγαπά την επιβεβαίωση· αγαπά τη ρωγμή. Η μνήμη ξεχνά εύκολα ό,τι επιβεβαιώνει τις βεβαιότητές μας και κρατά επίμονα εκείνο που τις διατάραξε. Εκεί όπου το οικείο έγινε, έστω για λίγο, ανοίκειο. Εκεί όπου αναγκαστήκαμε να ξαναδούμε αυτό που νομίζαμε πως ήδη γνωρίζαμε.

Χωρίς τούτο να σημαίνει ότι η μνήμη είναι φίλη οποιασδήποτε έκπληξης. Ούτε ότι κάθε ανοικείωση είναι αυτομάτως τέχνη. Η πρόκληση από μόνη της γερνά γρήγορα.

Αυτό που επιμένει στη μνήμη είναι η έκπληξη όταν αποδεικνύεται φορέας νοήματος. Και εδώ, κατά τη γνώμη μου, η ετερότητα της παράστασης που σκηνοθέτησε ο Γκάρντεφ δεν λειτούργησε ως πυροτέχνημα. Ήταν ένα υβριδικό θέαμα, ένα μωσαϊκό κωδίκων, λαϊκών όσο και έντεχνων, που πέτυχε γιατί υπήρχε μια συνεκτική σκηνοθετική σκέψη που διέτρεχε τη γλώσσα, τη μουσική, την ποπ ακόμη και κιτς αισθητική, την εικαστική πρόταση και την υποκριτική.

Όλα έμοιαζαν να υπηρετούν την ίδια ιδέα: να βιώσουμε την ετερότητα όχι ως θέμα των «Βακχών», αλλά ως εμπειρία της θέασής τους. Ως ένα συνεχές πήγαιν΄ έλα ανάμεσα στο οικείο και το ανοίκειο, στην ταύτιση και την παρατήρηση, ανάμεσα στον Ευριπίδη και σ’ εμάς.

Επειδή πάντα λέμε ότι πηγαίνουμε στο θέατρο για να δούμε ένα έργο, ας το δούμε και αλλιώς. Τα μεγάλα έργα «πηγαίνουν» εκεί (κάπου, οπουδήποτε) και για να δουν εμάς. Να δοκιμάσουν τις βεβαιότητές μας. Να ελέγξουν αν εξακολουθούμε να είμαστε διαθέσιμοι να εκπλαγούμε.

Υπ΄ αυτή την έννοια, η μεγαλύτερη τόλμη της παράστασης ήταν ότι δεν αρκέστηκε να αφηγηθεί την άφιξη του ξένου (στην ουσία αποξενωμένου) «ταραξία» Διονύσου.

Επέτρεψε στον ίδιο τον θεατή να αισθανθεί, έστω για ενενήντα λεπτά, αυτό που αισθάνεται μια πόλη όταν εισβάλλει στον εξουσιαστικό μηχανισμό της το ξένο ή όταν εμφανίζεται το «αποξενωμένο» κομμάτι της και διεκδικεί τη θέση του στην τάξη πράγματων.

Η μορφή της παράστασης, όπως τη διαμόρφωσε η σκηνοθεσία, οι Tiger Lillies και οι λοιποί συντελεστές, έγινε η ίδια φορέας του νοήματος του έργου.

Με αυτό κατά νου θα έλεγα ότι η ξενότητα δεν συνέβη πάνω στη σκηνή, αλλά μέσα στον θεατή. Δεν ήταν το έργο που έγινε ξένο. Ήταν οι δικές μας βεβαιότητες γι’ αυτό που έχασαν, την αυτάρεσκη οικειότητά τους.

Και ο Ευριπίδης;

Κάποιοι θα πουν: «Αυτό δεν ήταν Ευριπίδης». Είναι μια αντίρρηση απολύτως θεμιτή.

Ίσως και αναμενόμενη. Μόνο που αμέσως γεννιέται το επόμενο ερώτημα: ποιος είναι ο «πραγματικός» Ευριπίδης; Είναι το έργο; Είναι η φιλολογική του αποκατάσταση; Είναι οι σκηνικές συμβάσεις που κληρονομήσαμε; Ή μήπως είναι όλες εκείνες οι αναγνώσεις κα παραναγνώσεις που εδώ και δυόμισι χιλιάδες χρόνια εξακολουθούν να συνομιλούν μαζί του;

Όπως έχω γράψει και αλλού, τα κλασικά έργα δεν επιβιώνουν επειδή επιτρέπουν μία οριστική ερμηνεία. Επιβιώνουν επειδή αντιστέκονται σε κάθε οριστική ερμηνεία. Αν είχαν μία μόνο ανάγνωση, θα είχαν προ πολλού εξαντληθεί.

Ίσως, μάλιστα, να υπάρχει μια μικρή ειρωνεία εδώ. Εάν δεχτούμε ότι οι «Βάκχες» είναι ένα έργο όπου πρωταγωνιστεί ένας εισβολέας, ένας αρνητής των γραμμικοτήτων της πόλης, δεν θα ήταν άραγε παράδοξο να ζητά από τις (ανα)παραστάσεις του μόνο βεβαιότητες και οικείες μορφές; Και αυτό θεωρώ ότι είναι το παράδοξο των «Βακχών».

Δεν μας ζητούν να αναγνωρίσουμε τον απρόσκλητο ξένο επισκέπτη Διόνυσο. Μας ζητούν να τον υποστούμε. Και κάθε παράσταση που κάνει τον θεατή, έστω για λίγο, ξένο απέναντι στις ίδιες του τις βεβαιότητες, ίσως βρίσκεται πιο κοντά στον (αιρετικό, ας μην το ξεχνάμε αυτό) Ευριπίδη απ’ όσο νομίζουμε.

Κατακλείδα: Δεν με κέρδισε η παράσταση επειδή ήταν διαφορετική. Με κέρδισε επειδή η διαφορετικότητά της ήταν ο τρόπος με τον οποίο διάβασε τον Ευριπίδη. Με κέρδισε γιατί δεν επιχείρησε να κάνει τον Ευριπίδη σύγχρονο. Επιχείρησε να τον κάνει ξανά απρόβλεπτο. Και αυτό, για μένα, είναι ίσως η πιο ουσιαστική μορφή πίστης απέναντι σ’ ένα κλασικό έργο. Η δημιουργική απιστία.


Πρώτη δημοσίευση: PARALLAXI (24/7/2026)

Βάκχες
| Ευριπίδης
Σκηνοθεσία Γιάβορ Γκάρντεφ (Javor Gardev)
Χώρος Θέατρο Γης (Θεσσαλονίκη)
Πρεμιέρα 10/07/2026
Βάκχες
Κείμενο Ευριπίδης
Σκηνοθεσία Γιάβορ Γκάρντεφ (Javor Gardev)
Χώρος Θέατρο Γης (Θεσσαλονίκη)
Πρεμιέρα 10/07/2026

Άλλες κριτικές

του Σάββα Πατσαλίδη

Διαβάστε επίσης

Back To Top